Στον έβδομο χρόνο της πρωθυπουργίας του, ο Μητσοτάκης δεν αντιμετωπίζει και πολλούς υπολογίσιμους αντιπάλους.
Εκτός από έναν, που είναι όμως και ο πιο αδυσώπητος. Τον χρόνο. Και με αυτόν δίνει ουσιαστικά μάχη για την τρίτη τετραετία.
Ο χρόνος μπορεί να μη σκοτώνει αλλά αφήνει πληγές. Και ποτέ δεν ξέρεις ποια πληγή θα επουλωθεί, ποια θα κακοφορμίσει και ποια θα σε στείλει να συναντήσεις τον Δημιουργό σου.
Στον κυβερνητικό χρόνο, τα σημάδια είναι ορατά. Η κυβέρνηση ξανασηκώνεται με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία έπειτα από κάθε αναμέτρησή της «με τα γεγονότα».
Η αλήθεια είναι ότι έως τώρα δεν έχει κάνει κάποιο καταστροφικό λάθος, ούτε έχει συναντήσει στη διαχείριση των πραγμάτων κάποιο ανυπέρβλητο εμπόδιο.
Αλλά ο χρόνος αφήνει πληγές. Μικρές ή μεγάλες. Η διαχείρισή του είναι από μόνη της ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο.
Ιδίως όταν δεν έχεις ορατό αντίπαλο.
Πολλοί το θεωρούν πλεονέκτημα. Λάθος. Είναι ταυτοχρόνως και σοβαρό μειονέκτημα. «Η αξία του ηττημένου δίνει δόξα στον νικητή», λέμε στην μπάλα, αν και μάλλον για να παρηγορήσουμε τον ηττημένο.
Αλλά εδώ δεν έχουμε ηττημένο. Δεν έχουμε καν σοβαρό ματς. Ο νικητής καταλήγει να δοξάζεται μόνος του, πράγμα που καταντάει και κουραστικό και ανώφελο.
Ενα ερώτημα λοιπόν είναι πώς θα διαχειριστεί ο Μητσοτάκης τον χρόνο έως τις εκλογές.
Κανείς φυσικά δεν μπορεί να προβλέψει έναν παράγοντα εξ ορισμού αστάθμητο.
Αλλά, τηρουμένων των επιφυλάξεων, μάλλον δεν περιμένουμε εκπλήξεις. Στην καλύτερη περίπτωση η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να κλείσει μερικές τρύπες, όπως η δίκη για τα Τέμπη και οι αναταράξεις στον αγροτικό τομέα.
Την ίδια στιγμή όμως τα μάτια του Μητσοτάκη θα είναι στραμμένα στην οικονομία. Αν η βελτίωση των μεγεθών συνεχιστεί, θα μπορέσει να σχεδιάσει τις εκλογές με μεγαλύτερη άνεση.
Αλλά και στα εξωτερικά. Οπου η πρόσθετη δυσκολία είναι ότι πολλές παράμετροι δεν εξαρτώνται από τον Μητσοτάκη – με δεδομένες άλλωστε τις χαοτικές συμπεριφορές της προεδρίας Τραμπ και τη διεθνή αβεβαιότητα που επικρατεί.
Αρκούν όμως αυτά; Μεταξύ μας, δεν νομίζω.
Πολύπειρος πολιτικός μού έλεγε πριν από κάποιο καιρό πως το μεγαλύτερο πρόβλημα του Μητσοτάκη δεν είναι αν θα διεκδικήσει μια τρίτη θητεία, αλλά αν θα εξηγήσει πειστικά τι τη θέλει και γιατί.
Χρειάζεται δηλαδή ένα αφήγημα και μια επαγγελία που «θα νικήσουν τον χρόνο». Κανείς δεν βγάζει πρωθυπουργό αν δεν ξέρει για ποιο λόγο θα τον βγάλει. Κι έως τώρα η δεύτερη τετραετία Μητσοτάκη δεν έχει προσφέρει ούτε αφήγημα ούτε επαγγελία.
Προφανώς η «έλλειψη άλλου» είναι ένα ισχυρό επιχείρημα. Αλλά κι αυτό έχει ημερομηνία λήξεως.
Παραδόξως λοιπόν πολλά βασικά χαρακτηριστικά της μάχης με τον χρόνο που προδιαγράφεται θα προσδιοριστούν από τους αντιπάλους του Μητσοτάκη.
Για την ακρίβεια, από το αν θα εμφανίσουν αυτόν «τον άλλο». Αν θα μπορέσουν δηλαδή να συγκροτήσουν ένα αντίπαλο δέος για να αντιπαρατεθούν σοβαρά και πειστικά στο κυβερνητικό σύστημα εξουσίας.
Αν (με λίγα λόγια) διαμορφώσουν το αφήγημα και την επαγγελία που τους λείπουν.
Εως τώρα έχουν αποτύχει με όλες τις ευκαιρίες και όλες τις μεθόδους. Απλώς κάνουν φασαρία.
Και η τελευταία προσπάθεια που ήταν το πολυτραγουδισμένο rebranding Τσίπρα μάλλον οδεύει για μια τρύπα στο νερό.
Λογικό. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν έχει παρουσιάσει μια πειστική προοπτική για το μέλλον, ούτε κανείς επιθυμεί μια επιστροφή στο παρελθόν.
Για να το πω απλά, το παλιό ακροατήριο δεν τραβάει πια, ενώ το νέο αναζητείται εναγωνίως μπροστά σε άδεια καθίσματα.
Είναι ίσως άδικο συμπέρασμα για έναν νέο άνθρωπο όπως ο πρώην πρωθυπουργός, αλλά το «νέο» δεν προκύπτει με σαφήνεια από την έως τώρα προσπάθειά του.
Δεν ξέρει; Δεν μπορεί; Δεν θα το κρίνουμε εμείς.
Ενας πραγματικά νέος αλλά και αστάθμητος παράγοντας είναι το φημολογούμενο κόμμα Καρυστιανού.
Αν προκύψει όμως, περισσότερο θα προσθέσει έναν ακόμη παράγοντα σύγχυσης στην αντιπολίτευση, παρά μια απειλή στην κυβέρνηση.
Το κυβερνητικό μπλοκ του εκλογικού σώματος δεν φαίνεται να επηρεάζεται ιδιαίτερα από εξάρσεις. Είναι προσανατολισμένο στη σταθερότητα και την ομαλότητα, χωρίς διάθεση για περιπέτειες.
Φυσικά, ξεσπάσματα συναισθηματισμού πάντα θα υπάρχουν. Στην Ελλάδα ζούμε, κι η δίκη για τα Τέμπη θα δώσει τις ευκαιρίες.
Η «χαροκαμένη μάνα» άλλωστε είναι πάντα μια δημοφιλής φιγούρα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Παρόλο που η αείμνηστη και γλυκύτατη Ελένη Ζαφειρίου μπορεί να την έπαιξε με επιτυχία σε κάπου εκατό ταινίες, αλλά ποτέ δεν έφτιαξε κόμμα ή παράταξη.
Οι υπόλοιποι δύσκολα θα συγκροτήσουν κάτι περισσότερο από εκείνο που ήδη είναι. Οριακά, κάποιες εξ ανάγκης συνενώσεις θα τους βοηθήσουν να ξαναβρεθούν στη Βουλή.
Εστω χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Εστω με χαμηλές πτήσεις.
Τι μένει; Μένει αυτό που λέγαμε στην αρχή: ο Μητσοτάκης κι απέναντί του ο αδυσώπητος χρόνος.
Πριν από μερικούς μήνες, ο πρόεδρος Μακρόν έλεγε στο στενό περιβάλλον του πως «καταλαβαίνω τη δυσφορία του κόσμου να βλέπει τον ίδιο άνθρωπο για δέκα χρόνια στην ίδια θέση». Είναι μια έντιμη διαπίστωση.
Διότι ο χρόνος δεν είναι ουδέτερη παράμετρος. Φέρνει κόπωση, βαρεμάρα, ανυπομονησία, δυσανεξία, φθορά. Δεν συγχωρεί εύκολα κι ακόμη δυσκολότερα χαρίζει ελαφρυντικά.
Ακόμη και απλές καθυστερήσεις ή ολιγωρίες στη ζωή μιας κυβέρνησης μεγεθύνονται εύκολα κάτω από ένα απλό ερώτημα.
Γιατί δεν τα κάνατε, επτά ολόκληρα χρόνια; Και γιατί περιμένετε μια τρίτη θητεία για να κάνετε ό,τι δεν κάνατε έως τώρα;
Ο Μητσοτάκης χρειάζεται στη μάχη του με τον χρόνο να διαμορφώσει στο ερώτημα αυτό μια πειστική απάντηση.







