Το διαπιστώνει ξανά και ξανά ο Βαγγέλης Βενιζέλος: η αυτοδυναμία έχει κλείσει τον κύκλο της στην Ελλάδα. «Οι μονοκομματικές κυβερνήσεις, οι οποίες αναδεικνύουν μία μονοπρόσωπη εν τέλει εξουσία, δηλαδή έναν πανίσχυρο αρχηγό της πλειοψηφίας, που είναι και πανίσχυρος πρωθυπουργός και έχει τον απόλυτο έλεγχο της Βουλής, της κυβέρνησης, καθορίζει τα πάντα, επιλέγει την ηγεσία της Δικαιοσύνης μόνος του, επιλέγει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις Ανεξάρτητες Αρχές μόνος του, καθορίζει τη γραμμή για όλα τα θέματα και επιβάλλει κυρώσεις κομματικής πειθαρχίας ή κυβερνητικού αποκλεισμού» έχει τελειώσει, υποστηρίζει.

Οι όχι και τόσο λεπτοί υπαινιγμοί που αφήνει η παραπάνω περιγραφή για το μητσοτακικό στυλ διακυβέρνησης ακούγονται κι από αλλού. Γι’ αυτό, στο τραπέζι της σεναριολογίας έχει πέσει πάλι η ιδέα των κυβερνήσεων συνεργασίας. Παρότι απέχουμε από μια εκλογική βραδιά, πολλοί αναρωτιούνται, με βάση τα σημερινά δημοσκοπικά νούμερα, αν οι ψηφοφόροι θα δείξουν με την ψήφο τους στην επόμενη εθνική αναμέτρηση ότι συμφωνούν με τη βενιζελική ανάγνωση της πολιτικής πραγματικότητας. Εμπειροι δημοσκόποι έχουν προσέξει πως η επικαιρότητα επηρεάζει πάντα τις βουλές των δειγμάτων τους σχετικά με το είδος των κυβερνητικών σχημάτων.

Πρόσωπα

Οταν η ατζέντα της ειδησεογραφίας τα θυμώνει, ή ενεργοποιεί το ανακλαστικό του «όλοι ίδιοι είναι», τείνουν να εκφράζουν την προτίμησή τους σε συμμαχικές κυβερνήσεις γιατί δεν εμπιστεύονται κανένα κόμμα τόσο ώστε να του δώσουν αυτοδυναμία. Οι υπέρμαχοι των συγκυβερνήσεων λένε ότι αυτές είναι ασφαλιστικές δικλίδες, που εμποδίζουν την αλαζονεία της εξουσίας να ξεχυθεί. Διατείνονται επίσης πως έχουν σταθερότερη πλειοψηφία επειδή στηρίζονται σε διευρυμένη εκλογική βάση. Οι πολέμιοί τους, από την άλλη, επικαλούνται τα παραδείγματα εκείνων που σχηματίστηκαν μεταξύ 2011 και 2019 εδώ για να ισχυριστούν ότι λειτουργούν μόνο ως ελάχιστου κοινού παρονομαστή – αφού υπάρχει ο κίνδυνος να βραχυκυκλώνουν σε κάθε μικρή ή μεγάλη διαφωνία των εταίρων κατά τη διάρκεια μιας εσωτερικής διαπραγμάτευσης.

Οι πιο πονηρεμένοι ανάμεσά τους, επιμένουν και πως ένα κόμμα με μικρή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση ενδέχεται να αποκτήσει δυσανάλογη του μεγέθους του δύναμη στη λήψη κυβερνητικών αποφάσεων (απειλώντας να αποσύρει τη στήριξή του). Πάντως, συνδυάζοντας τις παραπάνω παρατηρήσεις με την πρόσφατη ελληνική ιστορία των κυβερνητικών συνασπισμών (αλλά και την ευρωπαϊκή εμπειρία), δεν μπορεί κανείς να μην καταλήξει στην εκτίμηση πως ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής δεν θα φέρει την άνοιξη των κυβερνήσεων συνεργασίας. Αυτή θα έρθει μόνο από αμοιβαίες προγραμματικές υποχωρήσεις.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Footballtalk