Στις 7 Οκτωβρίου, περίπου το 46% των Βραζιλιάνων ψήφισε τον Ζαΐρ Μπολσονάρο για την προεδρία της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι περίπου 50 εκατομμύρια πολίτες της Βραζιλίας στήριξαν έναν πολιτικό που υιοθετεί μια ριζοσπαστική και λαϊκιστική δεξιά ρητορική, βασικά στοιχεία της οποίας είναι ο αυταρχισμός, η ξενοφοβία και ο μισογυνισμός. Θα σηματοδοτήσει η επιτυχία του Μπολσονάρο λοιπόν μια νέα εποχή ριζοσπαστικής δεξιάς πολιτικής στη Λατινική Αμερική; Οι βραζιλιάνικες εκλογές δεν μπορεί παρά να είναι πηγή ανησυχίας. Παρά το γεγονός ότι ο Μπολσονάρο ήταν το φαβορί, ελάχιστοι πίστευαν ότι θα ξεπερνούσε το 40% στον πρώτο γύρο. Και τώρα φαίνεται ότι αυτός θα είναι ο επόμενος πρόεδρος της χώρας. Το γεγονός αυτό κάνει πολλούς αναλυτές να εκτιμούν πως το κύμα του δεξιού λαϊκισμού που σάρωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη κατευθύνεται προς τη Λατινική Αμερική, όπου οι συνθήκες για τους λαϊκιστές πολιτικούς είναι εξίσου ώριμες. Αλλά ενώ η ανησυχία τους έχει κάποια βάση, υπάρχουν μερικές σημαντικές διαφορές ανάμεσα στη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη ή τις ΗΠΑ.
Στην Ευρώπη η βασική πηγή απ' όπου τροφοδοτείται η ριζοσπαστική Δεξιά είναι η μετανάστευση. Στη Λατινική Αμερική όμως, τα θέματα της οικονομίας και της ασφάλειας απασχολούν πολύ περισσότερο τους πολίτες από τη μετανάστευση. Οσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μπορεί το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να έχει τα προβλήματά του με το στυλ του Τραμπ, αλλά η υποστήριξή του ήταν ζωτικής σημασίας για την προώθηση της κυβερνητικής του ατζέντας. Ο Μπολσονάρο, αντίθετα, δεν έχει κανέναν ισχυρό κομματικό μηχανισμό για να τον στηρίξει. Είναι μέλος του Κοινωνικού Φιλελεύθερου Κόμματος, το οποίο άλλαξε μεγάλο μέρος της πλατφόρμας του από τότε που εντάχθηκε ο ίδιος.  Το φαινόμενο Μπολσονάρο δεν είναι καν αντιπροσωπευτικό της ευρύτερης πολιτικής κατάστασης στη Λατινική Αμερική: μπορεί η ήπειρος να στράφηκε προς τα δεξιά, αλλά παραμένει μετριοπαθής. Τόσο ο Μαουρίτσιο Μάκρι στην Αργεντινή όσο και ο Σεμπάστιαν Πινέρα στη Χιλή, οι οποίοι εξελέγησαν αντιστοίχως το 2015 και το 2017, κυβέρνησαν ως κεντροδεξιοί ηγέτες.
Με αυτά τα δεδομένα γίνεται σαφές πως η άνοδος του Μπολσονάρο είναι το άμεσο αποτέλεσμα των ιδιαίτερων συνθηκών της Βραζιλίας, στις οποίες περιλαμβάνεται μια καταστροφική οικονομική ύφεση και οι αποκαλύψεις για τεράστια σκάνδαλα διαφθοράς που κλόνισαν συθέμελα ολόκληρη την πολιτική τάξη της χώρας. Αλλά το γεγονός ότι η προεδρία του Μπολσονάρο δεν αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου λαϊκιστικού δεξιού κύματος στη Λατινική Αμερική, δεν κάνει τις προκλήσεις που έχει μπροστά της η Βραζιλία λιγότερο επικίνδυνες.
Οι σημερινές συνθήκες θυμίζουν πολύ εκείνες που διευκόλυναν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 την άνοδο του Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα, του οποίου οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις του έδωσαν σχεδόν απόλυτη εξουσία. Κινδυνεύει η δημοκρατία στη Βραζιλία εάν εκλεγεί ο Μπολσονάρο πρόεδρος; Η σύντομη απάντηση είναι «ναι». Κι αυτό επειδή, όπως ο Τσάβες και ο Μαδούρο στη Βενεζουέλα, θα είναι δύσκολο για τον Μπολσονάρο να κυβερνήσει διαφορετικά.
Ο Κριστόμπαλ Ροβίρα Καλτάσερ είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και συγγραφέας του «Populism: A very Short Introduction»