Ο υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας και αρχηγός της Χριστιανοκοινωνικής Ενωσης της Βαυαρίας Χορστ Ζεεχόφερ σε μια προεκλογική του ομιλία ανέφερε, με μια σχεδόν αποικιοκρατική υπεροψία, ότι «οι Βαυαροί κυβέρνησαν την Ελλάδα για ένα διάστημα. Ισως θα ήταν καλύτερο να μην ήταν προσωρινό». Η θέση του αυτή βέβαια, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών στον εγχώριο έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο και φυσικά και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πόσω μάλλον όταν η λεγόμενη βαυαροκρατία έχει εγγραφεί στην λαϊκότροπη ιστοριογραφία αλλά και στο λαϊκό ασυνείδητο ως μια περίοδος κατοχής και τυραννίας.
Μπροστά στην αμφισβήτηση αυτή της ικανότητας των Ελλήνων να αυτοκυβερνώνται και του συνακόλουθου πλήγματος της εθνικής υπερηφάνειας, ο πειρασμός σε πολλούς της απάντησης με το αειθαλές επιχείρημα της κατασκευής από τους προγόνους των Παρθενώνων όταν οι αντίστοιχοι του κ. Ζεεχόφερ έτρωγαν βελανίδια, ήταν προφανώς μεγάλος.
Μήπως όμως, αντί να «κατατροπωθεί» ο εν λόγω γερμανός αξιωματούχος με αυτό το «ατράνταχτο» επιχείρημα, θα ήταν καλύτερο να διερευνηθεί το πρόβλημα της τόσο εύκολης διατύπωσης υποτιμητικών και σχεδόν οριενταλιστικών απόψεων για την ελληνική κοινωνία και τη διαχρονία της;
Μήπως η σύγχρονη ελληνική κοινωνία, με τις συμπεριφορές αλλά και τις αδράνειές της, εμφανίζει πράγματι μια αδυναμία αυτοκυβέρνησης των υποθέσεών της, η οποία προβάλλεται εν συνεχεία και στην ανάγνωση του παρελθόντος της; Μήπως άραγε υπάρχουν ακόμα καταστάσεις, για τις οποίες, ενώ δεν υφίστανται οι πολλαπλοί καταναγκασμοί της κρίσης ή δεν είναι συνέπειες δύσκολων φυσικών καταστροφών, επιδεικνύεται και πάλι μια πρωτοφανής αδυναμία διαχείρισης;
Το παράδειγμα, αίφνης, του ποδοσφαίρου, είναι εκκωφαντικό. Το ποδόσφαιρο, ως γνωστόν, δεν είναι πλέον μόνο κάποιο αθλητικό παιχνίδι, αλλά ένα ευρύτερο και πολυσύνθετο κοινωνικοοικονομικό και πολιτισμικό φαινόμενο, το οποίο, πέραν των άλλων λειτουργιών του, δημιουργεί οπαδικές ταυτίσεις, αναπαράγει την αίσθηση του ανήκειν, προκαλεί ακόμα και εθνοτικές συγκροτήσεις και συναισθήματα εθνικής υπερηφάνειας αλλά και ταπείνωσης. Παρ' όλα αυτά όμως, αρχής γενομένης από τον περσινό τελικό του Κυπέλλου, όλοι οι αγώνες μεταξύ των μεγάλων ομάδων διεξάγονται πλέον με ξένους διαιτητές. Το γεγονός αυτό είχε να συμβεί από την εποχή της δικτατορίας.
Τώρα συνομολογείται από το ίδιο το σύγχρονο κράτος και τους εγχώριους ποδοσφαιρικούς θεσμούς ότι οι Ελληνες είναι ανίκανοι και αναξιόπιστοι για την διεύθυνση, τη «διακυβέρνηση» δηλαδή των παιχνιδιών και την τήρηση των σχετικών κανόνων. Για αυτήν την ομολογημένη ανικανότητα και την εκχώρηση, τρόπον τινά, μιας εθνικής αρμοδιότητας και μιας μορφής κυριαρχίας δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς. Ενδεχομένως να θεωρήθηκε ότι με αυτόν τον τρόπο προστατεύονται τα πάσης φύσεως συμφέροντα των εταιρειών - ομάδων. Δεν παύει όμως η επιλογή αυτή να είναι άκρως ταπεινωτική για μια σύγχρονη χώρα.
Υπάρχουν βέβαια και πολλά άλλα παραδείγματα αδυναμίας διαχείρισης προβλημάτων, όπως αυτά των σκουπιδιών ή της κατάστασης των πανεπιστημίων, για τα οποία, σημειωτέον, όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν βρει τους αναγκαίους τρόπους για την επίλυση τους.
Μήπως λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι οι δηλώσεις του βαυαρού Ζεεχόφερ αλλά η υστέρηση της ελληνικής κοινωνίας και η διαρκής άρνησή της να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέπτη;
Ο Κώστας Καρακώτιας είναι νομικός - κριτικός βιβλίου