Κύριε Διευθυντά,
Το εκλογικό σύστημα της απλής, ανόθευτης και άδολης αναλογικής, που διασφαλίζει το ισοδύναμο της ψήφου, κατά τους υποστηρικτές του, ισχύει στους φαρμακευτικούς συλλόγους και τους άλλους υγειονομικούς συλλόγους της χώρας εδώ και 35 έτη.
Προκαλεί πολλές και μεγάλες αρρυθμίες στη λειτουργία των συλλόγων και πολυδιάσπαση των ομοειδών και συγγενών ιδεολογικά δυνάμεων. Εννοεί τους μωροφιλόδοξους και τα ψώνια να καταρτίζουν συνδυασμούς για να επιτύχουν την προσωπική τους προβολή.
Στον Φαρμακευτικό Σύλλογο Αττικής εδώ και πολλά έτη κατέρχονται τρεις συνδυασμοί προσκείμενοι στη συντηρητική παράταξη, ο επίσημος και δύο «αντάρτικοι», εκ των οποίων ο ένας του κ. Λουράντου. Από την αριστερή προοδευτική παράταξη άλλοι τρεις. Ο προσκείμενος στο ΚΚΕ, στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και στον ΣΥΡΙΖΑ παλαιότερα και ο προσκείμενος στο ΠΑΣΟΚ. Μετά τις εκλογές αρχίζει το παζάρι και οι «παρά φύσιν» συνεργασίες.
Ο Λουράντος ως πρώτος συνδυασμός με τέσσερις συμβούλους στους εννέα του ΔΣ τα βρίσκει, εδώ και δεκαετίες, με τον εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ και επιτυγχάνει τη διοίκηση του Συλλόγου, παίρνοντας την προεδρία και δίνοντας τη Γραμματεία στον συριζαίο. Αντίστροφο πρόπλασμα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Ανάλογα με τις συνθήκες πετάει και κανένα κόκαλο εξουσίας σε κάποιον τρίτο πρόθυμο, όπως έκανε παλαιότερα με τον εκπρόσωπο της ΠΑΣΚΦ, για να εξασφαλίζει και κάποια εφεδρεία. Ετσι επήλθε πλήρης αποϊδεολογικοποίηση και υποβάθμιση, μέχρις εξαφάνισης του κοινωνικού ρόλου του συλλογικού μας οργάνου.
Περίτρανη απόδειξη της κατάντιας, η ηχηρή σιωπή τους, όταν γινόταν το πάρτι, στην εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική περίθαλψη, που κατά την πενταετία 2004-2009 είχε φθάσει στα 5,5 δισ. ευρώ, όσο δηλαδή και στην Ισπανία με πενταπλάσιο πληθυσμό της Ελλάδας.
Κατά την περίοδο των Μνημονίων δεν μπόρεσαν να διαπραγματευθούν, ώστε να φρενάρουν το ξήλωμα, όσων είχε επιτύχει το ΔΣ της περιόδου 1975-1983 και να προτείνουν αντισταθμιστικά μέτρα (…). Η κατάσταση αυτή της ανυπαρξίας του συστήματος, ομοιογενούς και συμπαγούς συμπολίτευσης και αγωνιστικής αντιπολίτευσης, προκαλεί αποτελμάτωση και αδυναμία λύσης των χρόνιων προβλημάτων (…). Παρόμοιες καταστάσεις και συνθήκες θα δημιουργηθούν και βιωθούν από τους εκπροσώπους των δήμων και των περιφερειών μετά τη θέσπιση της απλής αναλογικής.
Πιστεύω ότι συνειδητά η κυβέρνηση προχώρησε σε αυτό το νομοθέτημα, έχοντας υπόψη της τα διαλυτικά φαινόμενα που επικρατούν στον ΦΣΑ.
Γιατί, όπως έγραψαν πολλοί δήμαρχοι, επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ελέγχει τον χώρο της Αυτοδιοίκησης, επιθυμεί να τον διαλύσει και αδρανοποιήσει.
Γεώργιος Ι. Βλάχος
πρώην πρόεδρος ΦΣΑ 1981-83
Ο Στρατός να φυλάει την Πάρνηθα
Κύριε Διευθυντά,
Στην Ελλάδα αποτελεί παράδοση η περιφρόνηση του πρασίνου και το κάψιμο των δασών. Με σκοπό, σχεδόν πάντα, τα βοσκοτόπια μέχρι το 1936 (που απαγορεύτηκε η βοσκή γιδιών σε δάση) και την τσιμεντοποίηση μετά το 1950.
Ο Henri Belle, γάλλος διπλωμάτης στην Αθήνα επί πέντε χρόνια και φιλέλληνας, έπειτα από ταξίδι του στην Εύβοια γράφει το 1874: «Οι μακριές μαύρες λωρίδες, που άφησε πίσω της η πυρκαγιά, μάς γεμίζουν θλίψη. Αυτές οι φωτιές ξεκινούν συχνά από εμπρησμό και ποτέ δεν καταφέρνουν να ανακαλύψουν τους ενόχους που συχνά προστατεύονται από τους δασοφύλακες…
Πολύ συχνά επίσης οι νομάδες βοσκοί καίνε από αμέλεια ή και από κακία μεγάλες δασικές εκτάσεις, με τον σκοπό να αποκτήσουν κάποια βοσκοτόπια για τα κοπάδια τους.
Ετυχε να δούμε με τα μάτια μας, κατά τη σύντομη παραμονή μας στην Κύμη, ένα τέτοιο δείγμα της καταστροφής που συντελείται σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Πυκνός καπνός κάλυπτε το βουνό σε πλάτος δύο χιλιομέτρων και σκοτείνιαζε τον ήλιο. “Δεν είναι τίποτα”, μάς είπε ο εστιάτορας που μας σερβίριζε, “καίγεται το βουνό”. “Μα δεν έστειλαν κόσμο να σβήσει τη φωτιά;”. Μας κοίταξε έκπληκτος, χωρίς ν’ απαντήσει, σαν να μας θεωρούσε τρελούς. “Κι αν καεί ολόκληρο το βουνό;”. “Ε, και ύστερα, τι πειράζει. Ανήκει στο κράτος!”».
Ως συστηματικός ορειβάτης στην Πάρνηθα από το 1950, με περίπου 40.000 ώρες ορειβασίας, ως εθελοντής «πυροσβέστης» με πείρα από δεκάδες πυρκαγιές και ως πυροπαθής (δύο φορές), πρότεινα με «προφητική» επιστολή μου από το 2004: «Μοναδική λύση, να αναλάβει ο Στρατός την προληπτική πυροφύλαξη της Πάρνηθας»! Δυστυχώς, το 2007 επαληθεύτηκαν οι φόβοι μου.
Επισημαίνω ότι η Πάρνηθα δεν καταστράφηκε ούτε στην Κατοχή που ο κόσμος είχε μεγάλες ανάγκες για καυσόξυλα, έστω για λίγα κουκουνάρια. Γιατί, τότε, την προστάτεψαν οι Γερμανοί.
Με τιμή,
Γρηγόρης Γ. Βαρελάς
Οικονομολόγος, Θρακομακεδόνες