Το έχουμε γράψει και με άλλη αφορμή (για το «Σιδηρούν παραπέτασμα» της Αν Απλμπομ): οι μελλοντικές γενιές που θα επιστρέφουν στη βιβλιογραφία του 20ού αιώνα, τις γενοκτονίες, τις εκτοπίσεις και τους ξεριζωμούς θα έχουν πιθανότατα την αίσθηση ότι διαβάζουν…επιστημονική φαντασία. Η κόλαση υπήρξε πολλές φορές επί της Γης τον περασμένο αιώνα, αλλά η απόσταση που εδραιώνεται πλέον από τις πηγές και τις μαρτυρίες φαντάζει αγεφύρωτη. Οι πόλεμοι που διεξάγονται με drones, ενδεχομένως και με ρομποτικούς μισθοφόρους αυξάνουν το χάσμα της γνώσης για τις νεότερες γενιές: οτιδήποτε θυμίζει μάχη σώμα με σώμα ανήκει σε μια αρχαιολογία της ιστορικής γνώσης.
Τέτοιες σκέψεις γεννήθηκαν με ένα άλλο ερέθισμα. Την αναθεωρημένη έκδοση της Ουρανίας Λαμψίδου «Ο δικός του χρόνος» (εδκ. Εστία), η οποία συνιστά μυθιστορηματική βιογραφία του πατέρα της Γιώργου, 12 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία στον «Γαβριηλίδη».

Πρόκειται για ένα οδοιπορικό από μία πατρίδα σε μία άλλη («θεσμική» και επίσημη), από έναν πολιτισμό σε μία κουλτούρα, από το παρελθόν της παιδικής ηλικίας στην αδυσώπητη ενηλικίωση. Η ιστορία του Γιώργου Λαμψίδη δεν ανήκει μόνο στον ίδιο, αλλά στους ξεριζωμένους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που έπνεε τα λοίσθια και μετασχηματιζόταν σε ανεξάρτητο τουρκικό κράτος. Η ιστορία του είναι μια διαδρομή από το κουκούλι ευημερίας στον Πόντο, παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στον Πειραιά και -στις 29 Μαΐου 1920- στη Θεσσαλονίκη. Και από εκεί στα χωριά του Κιλκίς, όπου θα ενωθούν σε κοινό νήμα οι ζωές πολλών Ποντίων που έφευγαν από τα οθωμανικά βουνά με την πεποίθηση ότι θα επέστρεφαν σύντομα.
Η Ουρανία Λαμψίδου ανασυνθέτει τη «βιογραφία» αυτή -που δεν εξαντλείται σ’ αυτή την ετικέτα- ξεκινώντας από τον πυρήνα των 34 δακτυλογραφημένων σελίδων που είχε γράψει ο πατέρας της στην ηλικία των 80 (έφυγε από τη ζωή το 2007). Βασίζεται δηλαδή σε μια πρώτη απόπειρα αυτοβιογραφίας και εμπλουτίζει τις μικροϊστορίες και τη μεγάλη εικόνα με τις ελευθερίες που προσφέρει το μοντάζ της μνήμης. Αυτό μπορούμε να κάνουμε, έτσι κι αλλιώς. «Δεν γίνεται να θυμάσαι με ακρίβεια, αλλά ούτε και να ξεχνάς εντελώς, και ανάμεσα σε αυτό το διπλό ανέφικτο εισχωρεί ο αυτοσχεδιασμός, το παρελθόν αναδύεται στο παρόν, οι νεκροί είναι μαζί μας, αμφίσημα πρόσωπα, έτσι όπως ήταν και έτσι όπως θα τα αναπλάσει η μνήμη».
Από το βιβλίο αυτό των περίπου 200 σελίδων επιλέξαμε το απόσπασμα όπου οι πρόσφυγες φτάνουν στο Μικρό Καραμπουρνού της Θεσσαλονίκης. Στην Καλαμαριά, δηλαδή, όπου πρέπει να περάσουν το στάδιο της απολύμανσης. Έχει ξεχωριστή αξία για τη γενιά που αποκαλούμε αυτόματα «γενιά του Tik Tok» να μπορούσε να μπει σε αυτή τη χρονοκάψουλα -όχι για λόγους διδακτισμού. αλλά ως άσκηση κατανόησης:
Μετά το κούρεμα είχαν σειρά δυο μεγάλες παράγκες: η μία ήταν το Λουτρό και η άλλη το Απολυμαντήριο, για την απολύμανση των ρούχων και των οικοσκευών. Δεν ήξερα ότι ήμασταν ύποπτοι μεταδοτικών ασθενειών και χάρηκα που ύστερα από 20 μέρες θα πλενόμασταν. Μας υπέδειξαν να δώσουμε τα ρούχα μας στον κλίβανο και να μπούμε στο λουτρό. Κρύο νερό, χωρίς σαπούνι, μόνο ένα καφέ υγρό που μας ανάγκασαν να αλείψουμε στο κεφάλι μας.
Έξω, από την άλλη πλευρά των «λουτρών», μας περίμεναν τα ρούχα, τα μισά καμένα, τα παπούτσια σκεβρωμένα, άχρηστα, οι ζώνες των παντελονιών το ίδιο. Οι φαντάροι τον κλιβάνων γελούσαν και διασκέδαζαν με το θέμα ενός κοπαδιού ζώων που είχαν αιφνιδιαστεί από τη βίαιη και ψυχρή συμπεριφορά τους. Σερνόμασταν ξυπόλυτοι, οι άντρες κρατούσαν τα παντελόνια τους, οι γυναίκες έσκυβαν τα ξυρισμένα κεφάλια τους ταπεινωμένες, σαν να είχαν βιαστεί και προσπαθούσαν να κρύψουν με τα χέρια τους τη γύμνια τους.
Η μητέρα μάς μάζεψε γύρω της και κρύφτηκε μέσα στα δικά μας γυμνά σώματα… Είχαμε μείνει κατάπληκτοι από την υποδοχή στην «πατρίδα» κι εγώ έκλεινα σφιχτά τα μάτια μου και γύριζα πίσω στη δική μου πατρίδα, εκεί που τίποτα δεν με απειλούσε…
Τα Απολυμαντήρια έμειναν για δεκαετίες εκεί στη θέση τους, στην Αρετσού, στο Καραμπουρνάκι, έδωσαν το όνομά τους στη στάση του λεωφορείου που περνούσε και περνάει από εκεί, κατεδαφίστηκαν το 1964 και το στίγμα τους καλύφθηκε λίγο αργότερα, το 1968, από μια τουριστική, λαϊκή παραλία, καμάρι της καινούργιας, μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης, που άνθιζε και πλούτιζε με το εμπόριο και τις σχέσεις της με τα Βαλκάνια. Για χρόνια έμεινε πάνω στην άμμο, στην είσοδο της πλαζ, μια σκουριασμένη ταμπέλα που έγραφε: Απολυμαντήρια.






