Η Ελλάδα διατηρεί την επενδυτική βαθμίδα της, καθώς ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Scope Ratings επιβεβαίωσε το αξιόχρεό της στη βαθμίδα BBB με θετικές προοπτικές, σύμφωνα με ανακοίνωσή του.
Ο οίκος επισημαίνει ότι η αξιολόγηση υποστηρίζεται από την ισχυρή δημοσιονομική επίδοση της χώρας και τα διατηρούμενα πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία έχουν θέσει το δημόσιο χρέος σε σταθερή καθοδική πορεία ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Επιπλέον, καθοριστικό ρόλο παίζει η ευνοϊκή διάρθρωση του δημόσιου χρέους, που χαρακτηρίζεται από μεγάλη μέση διάρκεια λήξης, κυρίως σταθερά επιτόκια, σημαντικά ταμειακά αποθέματα και υψηλό ποσοστό συμμετοχής του επίσημου τομέα.
Παράλληλα, η ισχυρή ευρωπαϊκή θεσμική υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένης της ασφαλιστικής δικλείδας του Ευρωσυστήματος και της χρηματοδότησης από το πρόγραμμα NextGenerationEU, ενισχύει τις επενδύσεις, τη μετάβαση στην ενέργεια και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων.
Οι προκλήσεις για την ελληνική οικονομία
Σύμφωνα με τη Scope, οι κύριες προκλήσεις για το αξιόχρεο αφορούν το υψηλό απόθεμα δημόσιου χρέους, που παραμένει ευάλωτο παρά τη φθίνουσα πορεία του. Η επιβράδυνση της ανάπτυξης και το αυξανόμενο κόστος γήρανσης ενδέχεται να περιορίσουν τη μείωσή του μεσοπρόθεσμα.
Ανάμεσα στους διαρθρωτικούς περιορισμούς συγκαταλέγονται η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις, ενώ οι εξωτερικές ανισορροπίες αποτυπώνονται στα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και στη μεγάλη αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση.
Η Scope αναφέρει ότι «η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας και η ευνοϊκή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ της» στηρίζουν την εκτίμηση πως ο δείκτης χρέους θα μειωθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο, το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει από περίπου 145% του ΑΕΠ το 2025 σε 127% το 2030, με στήριξη από τα πρωτογενή πλεονάσματα και τη βελτιωμένη φορολογική συμμόρφωση.
Θεσμική στήριξη και μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι
Η δημοσιονομική προοπτική ενισχύεται από το ευνοϊκό προφίλ του χρέους, με εξαιρετικά μεγάλες λήξεις, κυρίως σταθερά επιτόκια και σημαντική συμμετοχή του επίσημου τομέα, περιορίζοντας έτσι τους κινδύνους αναχρηματοδότησης.
Τα μεγάλα ταμειακά αποθέματα και η βελτίωση του τραπεζικού τομέα ενισχύουν περαιτέρω τη χρηματοοικονομική ανθεκτικότητα της χώρας. Ωστόσο, η Scope προειδοποιεί ότι «οι προκλήσεις μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του χρέους παραμένουν», καθώς μετά το 2030 ο ρυθμός μείωσης του χρέους αναμένεται να επιβραδυνθεί λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της αύξησης των δαπανών για τόκους.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οίκου, το δημόσιο χρέος θα μειωθεί κοντά στο 120% του ΑΕΠ έως το 2035, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ενεργειακές πιέσεις και εξωτερικοί παράγοντες
Το σημαντικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών συνδέεται με τη μεγάλη ζήτηση για εισαγωγές, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας, καθώς και με τη δομή της οικονομίας που βασίζεται στον τουρισμό και στις εισροές κεφαλαίων.
Η Scope τονίζει ότι η διατήρηση της ανάπτυξης θα απαιτήσει συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις, ανθεκτικές επενδύσεις πέρα από το πρόγραμμα NGEU και περαιτέρω βελτίωση της παραγωγικότητας.
Η έκθεση επισημαίνει επίσης ότι «μια παρατεταμένη περίοδος υψηλότερων τιμών ενέργειας λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή» θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, δεδομένης της εξάρτησης της Ελλάδας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Η πρόσφατη θέσπιση προσωρινών ανώτατων ορίων τιμών χαρακτηρίζεται ως ένδειξη αυτής της έκθεσης, με τη Scope να προειδοποιεί για πιθανούς δημοσιονομικούς κινδύνους αν οι πιέσεις συνεχιστούν, αν και ο άμεσος αντίκτυπος θεωρείται περιορισμένος.
Οι θετικές προοπτικές της αξιολόγησης αντανακλούν την εκτίμηση του οίκου ότι υπάρχει προοπτική αναβάθμισης της Ελλάδας μέσα στους επόμενους 12 έως 18 μήνες.






