Η Πολωνία και η Νορβηγία προχωρούν από κοινού στην ανάπτυξη της πρώτης ολοκληρωμένης αντι – drone ασπίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια κίνηση που αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο τη νέα εποχή ασφάλειας στην Ευρώπη. Η εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία, η συνεχής χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών από τη Ρωσία και κυρίως η παραβίαση του πολωνικού εναέριου χώρου από ρωσικά drones τον περασμένο Σεπτέμβριο λειτούργησαν ως επιταχυντής για ένα σχέδιο που ήδη συζητούνταν, αλλά πλέον περνά σε φάση άμεσης υλοποίησης.
Το πρόγραμμα, που φέρει την ονομασία «San», υπολογίζεται ότι θα κοστίσει περίπου 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ και θα χρηματοδοτηθεί με τη στήριξη ευρωπαϊκών πόρων, μέσω του προγράμματος SAFE. Στο εγχείρημα συμμετέχουν το πολωνικό υπουργείο Άμυνας, πολωνικές αμυντικές εταιρείες και η νορβηγική Kongsberg, ένας από τους πιο ισχυρούς αμυντικούς ομίλους της Βόρειας Ευρώπης. Το σχέδιο προβλέπει την ανάπτυξη 18 κινητών αντιdrone πυροβολαρχιών, 52 μονάδων πυρός, 18 μονάδων διοίκησης και περίπου 700 οχημάτων, συνθέτοντας ένα πλέγμα άμυνας που δεν θα βασίζεται σε μία μόνο τεχνολογία, αλλά σε πολυεπίπεδη αντιμετώπιση των απειλών.
Η ουσία του σχεδίου βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο ότι η Πολωνία δεν επιδιώκει μια κλασική αντιαεροπορική ομπρέλα, αλλά μια ειδικά σχεδιασμένη αρχιτεκτονική άμυνας απέναντι σε drones. Το νέο σύστημα θα συνδυάζει drones αναχαίτισης, πυροβόλα των 30 χιλιοστών, κατευθυνόμενους πυραύλους και ηλεκτρονικά αντίμετρα, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται σε διαφορετικά είδη επιθέσεων, από μεμονωμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη έως μαζικές επιδρομές χαμηλού κόστους. Πρόκειται για μια προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα του πολέμου, όπου το φθηνό, μαζικό και ευέλικτο drone αμφισβητεί ευθέως τη λογική των πανάκριβων παραδοσιακών αμυντικών μέσων.
Αυτό ακριβώς ανέδειξε και η εμπειρία της Πολωνίας το προηγούμενο διάστημα. Η ανάγκη να χρησιμοποιούνται μαχητικά αεροσκάφη και πανάκριβα βλήματα για την αναχαίτιση drones χαμηλού κόστους αποκάλυψε μια στρατηγική και οικονομική ασυμμετρία που δεν μπορεί να συνεχιστεί. Στη νέα μορφή πολέμου, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν μπορείς να καταρρίψεις ένα drone, αλλά με ποιο κόστος και με ποια αντοχή σε βάθος χρόνου. Όταν ένα μέσο που κοστίζει λίγες χιλιάδες ευρώ υποχρεώνει τον αμυνόμενο να ενεργοποιεί συστήματα αξίας εκατομμυρίων, τότε το πρόβλημα δεν είναι τακτικό αλλά δομικό.
Η Πολωνία έχει κατανοήσει νωρίτερα από πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες ότι η αποτροπή στη σημερινή συγκυρία δεν χτίζεται μόνο με άρματα, αεροσκάφη και βαριά συστήματα, αλλά και με ικανότητα αντιμετώπισης ασύμμετρων και επαναλαμβανόμενων απειλών. Γι’ αυτό και έχει επιταχύνει συνολικά την αμυντική της ενίσχυση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Ήδη συγκαταλέγεται στις χώρες με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες εντός του ΝΑΤΟ ως ποσοστό του ΑΕΠ, επενδύοντας τεράστια ποσά στην ενίσχυση του στρατού της, στη θωράκιση των συνόρων της με τη Λευκορωσία και τον ρωσικό θύλακα του Καλίνινγκραντ, αλλά και στην ενίσχυση των αντιαεροπορικών και αντιπυραυλικών δυνατοτήτων της.
Η συνεργασία με τη Νορβηγία έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνει ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια περνά σταδιακά σε μια νέα φάση διακρατικών συμπράξεων με επίκεντρο την τεχνολογία. Η Νορβηγία, παρότι δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαθέτει προηγμένη αμυντική βιομηχανία και εμπειρία σε ολοκληρωμένα συστήματα αεράμυνας και επιτήρησης. Η σύμπραξη με την Πολωνία υποδηλώνει ότι η άμυνα της ευρωπαϊκής ηπείρου δεν θα είναι στο εξής μόνο ζήτημα αμερικανικής ομπρέλας ή εθνικών εξοπλισμών, αλλά αποτέλεσμα πιο στοχευμένων βιομηχανικών και επιχειρησιακών συνεργασιών ανάμεσα σε κράτη που αισθάνονται άμεσα την πίεση από την ανατολική απειλή.
Το νέο σύστημα έχει και έναν έντονο συμβολισμό. Δεν αφορά μόνο την προστασία του πολωνικού ουρανού, αλλά και την οικοδόμηση ενός νέου τείχους αποτροπής στο ανατολικό άκρο της Ευρώπης. Αν στον Ψυχρό Πόλεμο η αντιπαράθεση οριζόταν από πυρηνικά δόγματα, μεραρχίες και σιδηρά παραπετάσματα, σήμερα αποκτά μια πιο ρευστή αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνη μορφή: αισθητήρες, δικτυωμένα συστήματα, ηλεκτρονικό πόλεμο, μη επανδρωμένα μέσα και τεχνητή νοημοσύνη. Η αντιdrone ασπίδα Πολωνίας και Νορβηγίας είναι στην πράξη ένα πρώτο δείγμα αυτής της μετάβασης.
Παράλληλα, το σχέδιο λειτουργεί ως πολιτικό μήνυμα προς τη Μόσχα. Η Πολωνία θέλει να δείξει ότι δεν πρόκειται να παραμείνει εκτεθειμένη σε υβριδικές πιέσεις ή σε δοκιμές αντοχής μέσω περιορισμένων παραβιάσεων, αλλά οικοδομεί ένα σύστημα άμεσης και προσαρμοστικής απάντησης. Με άλλα λόγια, δεν αρκείται στην ενίσχυση της αποτροπής σε επίπεδο συμμαχικών διακηρύξεων, αλλά επενδύει σε συγκεκριμένα μέσα που θα αλλάξουν τους όρους της καθημερινής επιτήρησης και άμυνας στο ανατολικό σύνορο της Ευρώπης.
Η επιλογή αυτή πιθανότατα θα αποτελέσει οδηγό και για άλλες χώρες της ΕΕ. Καθώς τα drones μετατρέπονται σε βασικό εργαλείο αναγνώρισης, παρενόχλησης και κρούσης, η ανάγκη για ευρωπαϊκά συστήματα άμυνας ειδικά σχεδιασμένα εναντίον τους θα γίνεται όλο και πιο πιεστική. Η Πολωνία, επενδύοντας πρώτη τόσο επιθετικά σε αυτόν τον τομέα, διεκδικεί ρόλο πρωταγωνιστή στη νέα αμυντική γεωγραφία της ηπείρου.
Σε τελική ανάλυση, το κοινό σχέδιο Πολωνίας και Νορβηγίας δεν είναι απλώς ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα. Είναι μια προειδοποίηση ότι ο πόλεμος στην Ευρώπη έχει ήδη αλλάξει μορφή και ότι οι χώρες που βρίσκονται πιο κοντά στη ρωσική πίεση προσαρμόζονται ταχύτερα από τις υπόλοιπες. Η πρώτη αντιdrone ασπίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υψώνεται μόνο για να καταρρίπτει εχθρικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Υψώνεται για να σηματοδοτήσει ότι η ευρωπαϊκή αποτροπή περνά σε μια νέα, πιο σύνθετη και τεχνολογικά απαιτητική εποχή.






