Στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μετά την έναρξη έρευνας για την πώληση 23 κτιρίων στις Βρυξέλλες, συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε το 2024 και συνοδεύεται από υπόνοιες για ενδεχόμενες παρατυπίες. Η υπόθεση αφορά ακίνητα συνολικής επιφάνειας περίπου 340.000 τετραγωνικών μέτρων και εκτιμώμενης αξίας 900 εκατ. ευρώ, τα οποία πέρασαν στην ιδιοκτησία του βελγικού κράτους μέσω του κρατικού επενδυτικού φορέα SFPIM.

Στο πλαίσιο της έρευνας, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προχώρησε σε ελέγχους και καταγραφές (raids) σε γραφεία της Επιτροπής στις Βρυξέλλες, επιδιώκοντας τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για τον τρόπο με τον οποίο ολοκληρώθηκαν οι συγκεκριμένες αγοραπωλησίες. Η πλειονότητα των κτιρίων βρίσκεται στο λεγόμενο «ευρωπαϊκό τετράγωνο» της βελγικής πρωτεύουσας, όπου στεγάζονται τα βασικά θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβεβαιώνει ότι συνεργάζεται πλήρως με τις αρχές. Πηγές του εκτελεστικού οργάνου της ΕΕ υπογραμμίζουν τη δέσμευση για διαφάνεια και λογοδοσία, τονίζοντας ότι θα παρασχεθεί κάθε αναγκαία πληροφορία ώστε η έρευνα να είναι «εξονυχιστική και ανεξάρτητη». Αντίστοιχα, και το βελγικό κρατικό επενδυτικό ταμείο έχει δηλώσει ότι βρίσκεται σε πλήρη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Η επίμαχη πώληση εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μετά την πανδημία της COVID-19. Με την καθιέρωση της τηλεργασίας σε μόνιμη βάση, το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ είχε γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να μειώσει κατά περίπου 25% τον συνολικό χώρο γραφείων που χρησιμοποιεί. Στο πλαίσιο αυτό, επιτεύχθηκε συμφωνία με το βελγικό κράτος για την αποεπένδυση από 23 επαγγελματικά ακίνητα, μια κίνηση που, σύμφωνα με δημοσιεύματα του βελγικού Τύπου, εξυπηρετούσε παράλληλα και τις φιλοδοξίες της κυβέρνησης των Βρυξελλών να αναδιαμορφώσει και να «ανοίξει» περισσότερο το ευρωπαϊκό διοικητικό κέντρο της πόλης.

Η συμφωνία ανακοινώθηκε επισήμως τον Απρίλιο του 2024, όταν έγινε γνωστό ότι ο επενδυτικός βραχίονας του βελγικού κράτους θα αποκτούσε την κυριότητα των κτιρίων. Ωστόσο, ένα χρόνο αργότερα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διερευνά αν οι όροι και οι διαδικασίες της πώλησης τηρήθηκαν σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο ή αν υπήρξαν αστοχίες που ενδέχεται να συνιστούν ποινικές ευθύνες.

Η υπόθεση προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο ζήτημα της διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας των ευρωπαϊκών θεσμών, καθώς αφορά ένα από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια ακινήτων που έχουν αλλάξει χέρια τα τελευταία χρόνια στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα συμπεράσματα της έρευνας αναμένεται να ρίξουν φως όχι μόνο στη συγκεκριμένη συναλλαγή, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ προσαρμόζεται στη νέα εργασιακή πραγματικότητα της μεταπανδημικής εποχής, ισορροπώντας ανάμεσα στην εξοικονόμηση πόρων, τη θεσμική διαφάνεια και τη δημόσια λογοδοσία.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.