Ο Ντόναλντ Τραμπ, ως επιχειρηματίας επί πολλές δεκαετίες, έκανε ό,τι χρειαζόταν για να πετύχει. Αξιοποίησε κάθε ευκαιρία που του παρουσιάστηκε, ανέπτυξε τις αναγκαίες επαφές στους κύκλους του Κογκρέσου και της Wall Street, εκβίασε, φοροδιέφυγε, «έστυψε» συνεργάτες και εργαζόμενους, επιτέθηκε στους ανταγωνιστές του και, όποτε μπόρεσε, τους διέλυσε. Πολύ απλά, «πάτησε επί πτωμάτων».
Διαπιστώνοντας δε πως όλα αυτά τον ενέταξαν σχετικά γρήγορα στο τζετ σετ των Αμερικανών δισεκατομμυριούχων, έγινε αδίστακτος. Αναπτύσσοντας, παράλληλα, τη θεωρία ότι όλα αγοράζονται και έχουν το αντίτιμό τους – από τα ανήλικα κορίτσια που του πρόσφερε (με το αζημίωτο) ο Έπστιν για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές φαντασιώσεις και ορέξεις του μέχρι τη σιωπή όσων είχαν υποφέρει εξαιτίας του.
Είναι λογικό και αναμενόμενο, λοιπόν, το γεγονός ότι ο Τραμπ δεν ξέχασε αυτή την «τέχνη» όταν αποφάσισε να πάρει τον δρόμο που οδηγεί στον Λευκό Οίκο. Το αντίθετο: Επέλεξε να την αναβαθμίσει, συμπεριλαμβάνοντας στα θύματά του ολόκληρα κράτη και λαούς, που θα έπρεπε πλέον να υποταχθούν στη μεγαλύτερη και πιο ισχυρή επιχείρηση την οποία είχε διοικήσει ποτέ: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Μπίζνεσμαν και πολιτικός σε ένα
Απέδειξε, έτσι, ότι στην εποχή μας τα καθήκοντα του μπίζνεσμαν και του πολιτικού όχι απλώς δεν είναι ασυμβίβαστα, αλλά μπορούν να «παντρευτούν» και να αναδείξουν ένα νέο πρότυπο ηγέτη. Ένα πρότυπο στο οποίο επιχείρησε πρώτος να δώσει σάρκα και οστά ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος όμως δεν είχε στα χέρια του ούτε την εξουσία ούτε τα μέσα που διαθέτει σήμερα ο Τραμπ.
Η επιχειρηματική εμπειρία που έχει αποκτήσει, λοιπόν, στην πολυετή διαδρομή του ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ τον έκανε να συνειδητοποιήσει κάτι ακόμη. Κάτι που αφορά το μοντέλο διακυβέρνησης των κρατών τα οποία επιδιώκει να εξαναγκάσει να «γονατίσουν» μπροστά στα πόδια της υπερδύναμης – από το Ιράν και τη Βενεζουέλα μέχρι ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τι είναι αυτό; Πολύ απλά, ότι η διακυβέρνησή τους δεν πρέπει να ανατεθεί σε «μαριονέτες», όπως κατά κόρον συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά σε επιχειρηματικούς εταίρους που θα κινούν τα νήματα στις ανά τον κόσμο «θυγατρικές» των ΗΠΑ.
Αυτός είναι ο λόγος που έκανε τον Τραμπ, σε αντίθετη με ό,τι θα περίμεναν οι περισσότεροι, να «αδειάσει» την Μαρία Κορίνα Ματσάδο. Την επικεφαλής της βενεζουλεάνικης αντιπολίτευσης η οποία είχε σπεύσει να του αφιερώσει το Νόμπελ Ειρήνης που της απονεμήθηκε πέρυσι, ποντάροντας ακριβώς σε μια αμερικανική στρατιωτική επέμβαση η οποία θα ανέτρεπε το καθεστώς και θα την έφερνε στην εξουσία – να γίνει, δηλαδή, η «μαριονέτα» του.
Από τη Βενεζουέλα ως το Ιράν και τη Γάζα
Τι της διεμήνυσε, όμως, ο ίδιος μετά την γκανγκστερική απαγωγή του Μαδούρο; «Νομίζω πως θα είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτήν να ηγηθεί. Δεν διαθέτει την αναγκαία υποστήριξη και τον αναγκαίο σεβασμό εντός της χώρας», είπε. Για να δείξει, ταυτόχρονα, την προτίμησή του σε ένα πρόσωπο από τη μήτρα του ίδιου καθεστώτος με τον Μαδούρο, που θα μπορούσε να κάνει τη Βενεζουέλα μια «θυγατρική» των ΗΠΑ – όπως είναι, για παράδειγμα, η αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες.
Κάτι ανάλογο δείχνει να κάνει τώρα ο Τραμπ και με το Ιράν, όπου είναι φανερό ότι έχει τεθεί σε πλήρη εφαρμογή το σχέδιο ανατροπής (αν και δεν θα είναι το ίδιο εύκολο με τη Βενεζουέλα). Πώς αποδεικνύεται αυτό; Πολύ απλά, με την απόσταση που έσπευσε να πάρει ο πρόεδρος των ΗΠΑ από τον Ρεζά Παχλεβί, γιο του Σάχη ο οποίος ανατράπηκε στην Επανάσταση του 1979 και σήμερα έχει γίνει σύνθημα στα στόματα πολλών διαδηλωτών που ζητούν την επιστροφή του – και την ανατροπή, φυσικά, του Αγιατολάχ Χαμενεΐ.
«Δεν είμαι βέβαιος ότι το να κάνω κάτι τέτοιο θα είναι σωστό», δήλωσε χαρακτηριστικά, όταν ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο συνάντησής του με τον «διάδοχο» του θρόνου. «Ας αφήσουμε να εμφανιστούν όλοι και να δούμε ποιος τελικώς θα επικρατήσει», πρόσθεσε – ενώ την ίδια στιγμή έχει σαφώς υπονοήσει πως ετοιμάζεται να εξαπολύσει νέα επιδρομή κατά του Ιράν, προκειμένου να επιταχύνει τις εξελίξεις.
Πώς μεταφράζονται τα παραπάνω; Πολύ απλά, ότι ο Τραμπ θα προτιμούσε, εφόσον επέλθει η ανατροπή την οποία επιδιώκει, να βρει έναν «μεταρρυθμιστή» που θα προέρχεται από τα γεννοφάσκια του σημερινού
καθεστώτος, τον οποίο θα στηρίξει. Όχι ως «μαριονέτα», αλλά ως επικεφαλής μιας ακόμη «θυγατρικής».
Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια γραμμή ακολουθεί ο Τραμπ και στην περίπτωση της Γάζας. Αποδεικνύοντας ότι σκέφτεται πιο στρατηγικά σε σύγκριση με τον σύμμαχό του Νετανιάχου, έχει διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους με την Χαμάς και το σύνολο της σημερινής πολιτικής ηγεσίας των Παλαιστινίων, αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί πως θα προτιμούσε η μελλοντική διακυβέρνηση να αναληφθεί από ένα δικό τους άνθρωπο, που θα χαίρει της εμπιστοσύνης του. Ο οποίος, με τη σειρά του, θα αναλάβει να μετατρέψει τη Γάζα σε «Ριβιέρα της Μέσης Ανατολής», της οποίας τα κλειδιά θα βρίσκονται στην Ουάσιγκτον.
Ευρώπη, η μεγαλύτερη «θυγατρική»
Αφορούν, όμως, όλα τα παραπάνω την Ευρώπη και την επηρεάζουν; Ναι και μάλιστα πολύ! Η δε τακτική που ακολουθούν τους τελευταίους μήνες ο ίδιος και ο αντιπρόεδρός του – και πιθανός διάδοχός του – Τζέι Ντι Βανς, αποδεικνύει του λόγου το αληθές.
Αφενός, επιχειρούν με κάθε τρόπο να απαξιώσουν το οικοδόμημα της ΕΕ (όσα είπε και έχει κατά καιρούς πει ο Τραμπ για τον Μακρόν δεν είναι τυχαία) και, εάν είναι δυνατό, να το «διαλύσουν», ενισχύοντας τις ρωγμές που έτσι κι αλλιώς υπάρχουν στο εσωτερικό του. Αφετέρου, προωθούν με κάθε τρόπο κόμματα και ηγέτες όπως η Μελόνι, ο Ορμπάν και η Εναλλακτική για τη Γερμανία.
Στο πίσω μέρος του μυαλού τους έχουν το εξής σενάριο: Εάν η ΕΕ πάψει επί της ουσίας να αποτελεί ενιαία οντότητα και η διακυβέρνηση των περισσότερων κρατών-μελών περάσει στα φιλαράκια των ΗΠΑ, τότε η Ευρώπη θα μπορεί να αποκτήσει τον τίτλο της πιο μεγάλης και πολύτιμης «θυγατρικής» τους σε διεθνές επίπεδο.
Μικρό πράγμα είναι αυτό;







