Η σύλληψη και έκδοση του επιχειρηματία Τσεν Ζι στην Κίνα αυτή την εβδομάδα σηματοδότησε την εντυπωσιακή πτώση ενός νεαρού μεγιστάνα που κατηγορείται για διαδικτυακές απάτες δισεκατομμυρίων και για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σύμφωνα με το Reuters.

Ακολουθούν όσα είναι γνωστά για τον μυστικοπαθή άνδρα που καταζητείται από τις αρχές σε ολόκληρο τον κόσμο.

Από ακίνητα έως κρυπτονομίσματα

Σε ηλικία μόλις 27 ετών, ο Τσεν ίδρυσε τον Όμιλο Prince, έναν επιχειρηματικό κολοσσό με έδρα την Καμπότζη και δραστηριότητες που εκτείνονταν από τα ακίνητα και τις τράπεζες έως τις αεροπορικές εταιρείες. Σύμφωνα με τους αμερικανούς εισαγγελείς, εμπλέκεται επίσης σε απάτες επενδύσεων σε κρυπτονομίσματα που απέφεραν δισεκατομμύρια δολάρια από θύματα παγκοσμίως.

Όπως αναφέρεται σε κατηγορητήριο του Μπρούκλιν, ο Τσεν και ανώτατα στελέχη του ομίλου μετέτρεψαν την Prince Group –που λειτουργούσε πάνω από 100 εταιρείες σε περισσότερες από 30 χώρες– σε «μία από τις μεγαλύτερες διακρατικές εγκληματικές οργανώσεις στην Ασία».

Η κυβέρνηση της Καμπότζης ανακοίνωσε ότι η σύλληψη έγινε στο πλαίσιο κοινής έρευνας με την Κίνα για διακρατικό έγκλημα. Το Πεκίνο, που ερευνά την Prince Group από το 2020, διατηρεί στενούς δεσμούς με την Καμπότζη.

Οι αμερικανικές αρχές υποστηρίζουν ότι ο Τσεν αξιοποίησε πολιτικές διασυνδέσεις και δωροδοκίες για να αποφύγει επί χρόνια τη δίωξη, ενώ χρησιμοποίησε νόμιμες επιχειρήσεις –όπως καζίνο– για το ξέπλυμα χρημάτων. Παράλληλα, φέρεται να είχε επαφές με μέλη της κινεζικής κρατικής ασφάλειας.

Τα παράνομα κέρδη του, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, δαπανήθηκαν σε πολυτελή ταξίδια, γιοτ, ιδιωτικά τζετ, συλλεκτικά αντικείμενα και έργα τέχνης υψηλής αξίας, συμπεριλαμβανομένου πίνακα του Πικάσο στη Νέα Υόρκη.

Η καταγωγή και η πορεία του Τσεν

Ο Τσεν γεννήθηκε το 1987 στην επαρχία Φουτζιάν της Κίνας και ξεκίνησε την καριέρα του ιδρύοντας ίντερνετ καφέ και καταστήματα τυχερών παιχνιδιών στο Φουζού. Σε βιογραφικό που είχε δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα της Prince Group, περιγραφόταν ως «νέο θαύμα των επιχειρήσεων».

Το 2014 απέκτησε υπηκοότητα Καμπότζης, μια διαδικασία που προβλέπει δωρεά 250.000 δολαρίων στο κράτος. Αργότερα του απονεμήθηκε ο τίτλος «Neak Oknha» (μεγιστάνας), που απαιτεί δωρεά τουλάχιστον 500.000 δολαρίων προς την κυβέρνηση.

Μετά την έκδοσή του, η Καμπότζη αφαίρεσε την υπηκοότητά του. Οι αμερικανικές αρχές αναφέρουν ότι είχε παραιτηθεί από την κινεζική υπηκοότητα, ωστόσο τόσο η Κίνα όσο και η Καμπότζη τον περιγράφουν ως Κινέζο υπήκοο.

Το κατηγορητήριο στις ΗΠΑ αναφέρει ακόμη ότι ο Τσεν κατείχε υπηκοότητες από το Βανουάτου, την Αγία Λουκία και την Κύπρο, ενώ διέμενε κατά καιρούς στην Καμπότζη, τη Σιγκαπούρη, την Ταϊβάν και τη Βρετανία.

Το 2014, σύμφωνα με την Bangkok Post, ο Τσεν απήχθη από ξενοδοχείο στην Ταϊλάνδη από άνδρες που επικαλέστηκαν κινεζικό ένταλμα σύλληψης. Αργότερα αφέθηκε ελεύθερος στην Καμπότζη, χωρίς να καταθέσει μήνυση στις ταϊλανδικές αρχές.

Οι ιστοσελίδες της Prince Group τον παρουσίαζαν ως «σεβαστό επιχειρηματία και διάσημο φιλάνθρωπο», που είχε δημιουργήσει υποτροφία για 400 φοιτητές πανεπιστημίου στην Καμπότζη και είχε δωρίσει πάνω από 16 εκατ. δολάρια για κοινωνικές δράσεις.

Ο Τσεν διατηρούσε χαμηλό προφίλ τα τελευταία χρόνια, μέχρι που τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης δημοσίευσαν βίντεο στο οποίο εμφανίζεται με χειροπέδες και κουκούλα, συνοδευόμενος από ένοπλους φρουρούς στην πτήση έκδοσής του από την Καμπότζη προς την Κίνα.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.