Η απόσταση ανάμεσα στη μουσική του 18ου και του 19ου αιώνα δεν είναι απλώς ζήτημα ύφους. Είναι κυρίως μια σημασιολογική ρήξη: ένας διαφορετικός τρόπος με τον οποίο η μουσική αποκτά και μεταδίδει νόημα. Η ρήξη αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Συνδέεται με βαθιές κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές, με σημείο καμπής τη Γαλλική Επανάσταση. Στον 18ο αιώνα, η μουσική λειτουργούσε μέσα σε ένα σύστημα κοινών συμβάσεων. Οι μουσικές χειρονομίες —μια αρχή, μια κατάληξη, μια χαρακτηριστική ακολουθία— δεν «εξέφραζαν» πρωτίστως εσωτερικά συναισθήματα. Αντλούσαν το νόημά τους από τη θέση τους μέσα σε έναν κοινά κατανοητό κώδικα, παρόμοιο με εκείνον της ρητορικής ή της κοινωνικής συμπεριφοράς. Το νόημα ήταν σχεσιακό και αναγνωρίσιμο.
Κατά τον 19ο αιώνα, αυτό το πλαίσιο άρχισε να υποχωρεί. Η μουσική άρχισε να ερμηνεύεται κυρίως ως φορέας εσωτερικής εμπειρίας, ατομικής έκφρασης και ψυχολογικού βάθους. Για να παραμείνει «κατανοητή», η παλαιότερη μουσική μεταφράστηκε σε αυτή τη νέα γλώσσα. Οι ίδιες χειρονομίες άρχισαν να ακούγονται ως εκδηλώσεις συναισθήματος και όχι ως στοιχεία μιας κοινωνικά δομημένης πρακτικής. Αρχικά, αυτή η μετάφραση ήταν αναγκαία. Με τον χρόνο, όμως, άρχισε να εκλαμβάνεται ως φυσική συνέχεια. Το νεότερο ερμηνευτικό πλαίσιο φάνηκε αυτονόητο, ενώ το παλαιότερο σύστημα συμβάσεων ξεχάστηκε. Έτσι δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι η μουσική «πάντα» μιλούσε με τον ίδιο τρόπο, ενώ στην πραγματικότητα είχε αλλάξει η γλώσσα με την οποία την ακούμε.
Το έργο του αμερικανού μουσικολόγου Robert Gjerdingen ανέδειξε αυτή τη χαμένη απόσταση. Ανασυνθέτοντας τη μουσική του 18ου αιώνα με βάση τις δικές της ιστορικές συμβάσεις, έδειξε ότι πολλές από τις σύγχρονες αναγνώσεις δεν είναι λανθασμένες, αλλά προϊόντα μιας συγκεκριμένης ιστορικής μετάφρασης, και όχι διαχρονικές ή αυτονόητες ερμηνείες. Η παρεξήγηση, εδώ, δεν γεννιέται από το ξένο, αλλά από το υπερβολικά οικείο. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη αναδιαμορφώνει τις έννοιες της δημιουργικότητας, της πρόθεσης και της πρωτοτυπίας. Όπως και στον 19ο αιώνα, ζούμε μια περίοδο όπου νέα σημασιολογικά πλαίσια εγκαθίστανται γρήγορα και οι πράξεις μετάφρασης κινδυνεύουν να παγιωθούν ως αυτονόητες.
Σε αυτό το σημείο συναντώνται ιστορική έρευνα, σύγχρονη σκέψη και καλλιτεχνική πράξη. Το Festum π, που πραγματοποιείται τα τελευταία χρόνια στα Χανιά, επιχειρεί ακριβώς αυτή τη συνάντηση: όχι για να «εξηγήσει» τη μουσική με μαθηματικούς όρους, αλλά για να καλλιεργήσει επίγνωση των δομών, των μετατοπίσεων και των ορίων του νοήματος — σε έναν διάλογο ανάμεσα στη μουσική, τα μαθηματικά και την τεχνητή νοημοσύνη.
Σε εποχές ταχείας αλλαγής, η ιστορική μνήμη δεν λειτουργεί ως νοσταλγία. Λειτουργεί ως εργαλείο προσανατολισμού.
Διονύσης Δερβής-Μπουρνιάς, Μαέστρος, ιδρυτής του φεστιβάλ Μαθηματικών και Μουσικής Festum π






