Η μάχη για τον έλεγχο της Warner Bros εισέρχεται σε καθοριστική φάση, με το διοικητικό συμβούλιο του ομίλου να κλείνει –τουλάχιστον προς το παρόν– την πόρτα στην Paramount Skydance και να στοιχίζεται ξεκάθαρα υπέρ της πρότασης της Netflix. Σε επιστολή προς τους μετόχους, το συμβούλιο ξεκαθαρίζει ότι η τελευταία προσφορά της Paramount, ύψους 30 δολαρίων ανά μετοχή, «υστερεί σε αξία» και συνοδεύεται από «σημαντικούς κινδύνους, κόστη και αβεβαιότητες», κυρίως λόγω του υπερβολικού δανεισμού που θα απαιτούσε.
Παρά την εντυπωσιακή κίνηση του Larry Ellison –ο οποίος φέρεται να πρόσφερε πρόσθετες εγγυήσεις ύψους 40,4 δισ. δολαρίων για να στηρίξει τη χρηματοδότηση της εξαγοράς– η Warner Bros παραμένει ανένδοτη. Κατά την εκτίμησή της, η συμφωνία με την Paramount θα οδηγούσε στη μεγαλύτερη εξαγορά με μόχλευση στην ιστορία του κλάδου των media, δημιουργώντας συνολικό μεικτό χρέος 87 δισ. δολαρίων σε pro forma βάση και λόγο μόχλευσης περίπου επτά φορές το EBITDA του 2026, πριν από οποιεσδήποτε συνέργειες. Ένα επίπεδο που, σύμφωνα με τη διοίκηση, θα περιόριζε δραστικά τη στρατηγική ευελιξία της εταιρείας σε μια περίοδο όπου ο κλάδος βρίσκεται ήδη υπό έντονη πίεση.
Πέρα από το χρέος, καθοριστικό ρόλο στην απόφαση παίζει και το κόστος διάρρηξης της υφιστάμενης συμφωνίας με τη Netflix. Η Warner Bros υπολογίζει ότι μια στροφή προς την Paramount θα συνεπαγόταν συνολικό κόστος περίπου 4,7 δισ. δολαρίων: 2,8 δισ. ως ρήτρα αποχώρησης από το Netflix, 1,5 δισ. λόγω μη ολοκλήρωσης ανταλλαγής χρέους και επιπλέον 350 εκατ. σε αυξημένα χρηματοοικονομικά έξοδα. Στην πράξη, από τα 5,8 δισ. δολάρια που προσφέρει η Paramount ως «αποζημίωση» σε περίπτωση αποτυχίας της συναλλαγής, θα απέμεναν μόλις 1,1 δισ. καθαρά, ποσό που η Warner χαρακτηρίζει ανεπαρκές για να αντισταθμίσει το ρίσκο.
Η Paramount, υπό τον έλεγχο του Larry Ellison και του γιου του David, επιχειρηματολογεί ότι η προσφορά της αποτιμά συνολικά τη Warner Bros υψηλότερα από εκείνη της Netflix και ότι είναι πιθανότερο να λάβει ρυθμιστική έγκριση. Ωστόσο, η Warner Bros διαφωνεί, υποστηρίζοντας ότι και οι δύο συμφωνίες αντιμετωπίζουν παρόμοια ρυθμιστικά εμπόδια. Παράλληλα, επισημαίνει ότι σχεδιάζει να αποσχίσει τα καλωδιακά της δίκτυα –όπως τα TNT και CNN– και να τα διανείμει στους μετόχους πριν από την ολοκλήρωση της συμφωνίας με τη Netflix, κίνηση που θα μπορούσε να αυξήσει τη συνολική αξία για τους επενδυτές.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας της σύγκρουσης. Οι καλωδιακές δραστηριότητες της Warner Bros, που έχουν δεχθεί ισχυρό πλήγμα από τη στροφή των καταναλωτών στο streaming, αποτιμώνται από την Paramount σε περίπου 1 δολάριο ανά μετοχή. Πολλοί αναλυτές, όμως, εκτιμούν ότι η αξία τους μπορεί να είναι υψηλότερη. Όσο χαμηλότερα αποτιμώνται αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, τόσο πιο ελκυστική φαίνεται η πρόταση της Paramount. Αντίθετα, αν οι μέτοχοι πιστέψουν ότι τα καλωδιακά δίκτυα αξίζουν περισσότερα, τότε το συνολικό «πακέτο» της Netflix αποδεικνύεται οικονομικά ανώτερο.
Πίσω από τους αριθμούς, διαγράφεται μια βαθύτερη στρατηγική επιλογή. Η Warner Bros φαίνεται να προτιμά έναν ισχυρό, καθαρό παίκτη του streaming, με μικρότερη μόχλευση και πιο προβλέψιμο επιχειρηματικό μοντέλο, αντί για μια υπερ-συγχώνευση που θα φορτώσει τον όμιλο με χρέος σε μια περίοδο διαρθρωτικών αλλαγών. Για τους μετόχους, το δίλημμα δεν είναι απλώς ποιος δίνει περισσότερα ανά μετοχή, αλλά ποια πρόταση προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια και αξία σε βάθος χρόνου.
Η σύσταση του διοικητικού συμβουλίου είναι σαφής. Το αν οι μέτοχοι θα την ακολουθήσουν ή θα ρισκάρουν σε μια πιο επιθετική, αλλά βαριά μοχλευμένη λύση, θα κρίνει όχι μόνο το μέλλον της Warner Bros, αλλά και την επόμενη ισορροπία δυνάμεων στο παγκόσμιο οικοσύστημα των media και του streaming.






