Οι εργασίες της συστηματικής ανασκαφής στην Αρχαία Τενέα, στο Χιλιομόδι Κορινθίας, ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο του 2025, φέρνοντας στο φως ένα εκτεταμένο συγκρότημα που χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαϊκούς έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους.
Πέριξ του Ταφικού Μνημείου ΙΙΙ εντοπίστηκε ορθογώνιο υπόγειο κτίριο, γύρω από το οποίο αναπτύσσεται λιθόστρωτο πλάτωμα. Στα βόρεια οριοθετείται από αρχαία οδό με αναλημματικό τοίχο και λειτουργικούς χώρους, ενώ στα νότια αποκαλύφθηκε κτίριο με επιμέρους εσωτερικές αίθουσες.
Κατά τους ύστερους ελληνιστικούς χρόνους, το κτίριο μετατράπηκε σε στεγασμένη τελετουργική δεξαμενή, συνδεδεμένη με τελετές ίασης. Ανατολικά της διαμορφώθηκε βοηθητικός χώρος για τη λειτουργία της, ενώ τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα φανερώνουν την ύπαρξη επιμελημένου οικοδομήματος με ενιαία χρήση.

Από τον χώρο της δεξαμενής περισυνελλέγη ασημένιος στατήρας κοπής Κορίνθου (549–510 π.Χ.), καθώς και αναθηματικά πήλινα ομοιώματα δαχτύλων, χεριού, κάτω άκρου και ένα προσωπείο, πιθανότατα του Αρποκράτη – Ώρου παιδί.
Σε συνδυασμό με τα ευρήματα της ανασκαφής του 2024 –πήλινα αναθήματα ανθρωπίνων μελών, μεταλλικά εργαλεία παρασκευής φαρμάκων και ίχνη αρσενικού– προκύπτει ότι ο χώρος συνδέεται με μυστηριακές τελετές κάθαρσης και ίασης. Το νερό της δεξαμενής φαίνεται πως αποτελούσε βασικό στοιχείο της θεραπευτικής διαδικασίας.

Συνδέσεις με αιγυπτιακές λατρείες
Το αναθηματικό ομοίωμα του Αρποκράτη και τα παλαιότερα ευρήματα, όπως το χρυσό δαχτυλίδι με τον Απόλλωνα Ιατρό, το πήλινο πλακίδιο πετεινού, ο λύχνος με παραστάσεις του Σάραπη και τα χρυσά φύλλα λωτού, ενισχύουν την άποψη ότι η Τενέα συμμετείχε στον πολιτιστικό και θρησκευτικό συγκρητισμό των ελληνιστικών χρόνων.
Η παρουσία των θεοτήτων Σάραπη και Αρποκράτη καταδεικνύει επιρροές από την Αίγυπτο και τη διάδοση των πτολεμαϊκών λατρειών. Το αρχαϊκό υπόγειο κτίριο πιθανότατα αποτέλεσε τον αρχικό χώρο τέλεσης των τελετών, ενώ ο αναλημματικός τοίχος και η οδός υποδηλώνουν ότι ήδη από την αρχαϊκή εποχή οριοθετούνταν ιερός χώρος λατρείας στα όρια των νεκροταφείων της πόλης.

Γύρω στον 1ο αιώνα π.Χ. θεμελιώθηκε το Ταφικό Μνημείο ΙΙΙ, το οποίο διατήρησε τις προϋπάρχουσες δομές, συνεχίζοντας τη μακραίωνη λατρευτική παράδοση της περιοχής.
Από ιερό σε νεκροταφείο
Στις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ., πιθανότατα λόγω πολεοδομικών μεταβολών, ο χώρος μετατράπηκε σε εκτεταμένο νεκροταφείο, που χρησιμοποιήθηκε έως τον 5ο αιώνα μ.Χ. Συνολικά ανασκάφηκαν 23 τάφοι, πλούσια κτερισμένοι με νομίσματα, χρυσά και χάλκινα κοσμήματα, υάλινες χάντρες, μυροδοχεία, πήλινα αγγεία και λύχνους.

Παράλληλα, εντός του οικιστικού ιστού της πόλης εντοπίστηκαν νέες δομές κατοίκησης των ρωμαϊκών και ύστερων ρωμαϊκών χρόνων, επιβεβαιώνοντας τη συνεχή παρουσία ζωής στην περιοχή.
Η ερευνητική ομάδα
Το πρόγραμμα της Αρχαίας Τενέας υλοποιείται από τη Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (ΔΙ.Π.Κ.Α.), υπό τη διεύθυνση της δρ. Ε. Κόρκα και υπεύθυνη την αρχαιολόγο Π. Ευαγγέλογλου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κορινθίας.

Στην ομάδα συμμετέχουν ειδικοί επιστήμονες, αρχαιολόγοι, ανθρωπολόγοι, τοπογράφοι, συντηρητές και φωτογράφοι, στο πλαίσιο μιας διεπιστημονικής προσέγγισης. Η ανασκαφή υποστηρίχθηκε από την Περιφέρεια Πελοποννήσου, τον Δήμο Κορινθίων, την εταιρεία METLEN, καθώς και τα σωματεία «Φίλοι Αρχαίας Τενέας» και «Τενεάτισσες».

Πολύτιμη υπήρξε και η συμβολή ιδιωτών που διευκόλυναν το έργο των ερευνητών.








