Μετά την υπογραφή της αμυντικής συμφωνίας με τη Γαλλία και την αγορά των Belharra το βλέμμα πλέον στρέφεται στη συμφωνία που θα υπογραφεί με τους Αμερικανούς.

Στις 5 Οκτωβρίου 2019 υπεγράφη στην Αθήνα η αναθεώρηση του Παραρτήματος της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (Mutual Defense Cooperation Agreement – MDCA) από τους υπουργούς Εξωτερικών Ελλάδος και Ηνωμένων Πολιτειών, Νίκο Δένδια και Μάικ Πομπέο αντιστοίχως. Η συμφωνία προέβλεπε την αφαίρεση παλαιότερων εγκαταστάσεων που δεν χρησιμοποιούνταν από τους Αμερικανούς και την προσθήκη τριών νέων που μαζί με τη Σούδα θα αναμόρφωναν το αποτύπωμα των ΗΠΑ στην περιοχή: της Αλεξανδρούπολης, της Αεροπορικής Βάσης Λάρισας και της Βάσης της Αεροπορίας Στρατού στο Στεφανοβίκειο. Αμέσως όμως μετά το πέρας των συνομιλιών του 2019, που είχε περιγράψει «Το Βήμα» σε σειρά αποκαλυπτικών δημοσιευμάτων, και την υπογραφή της συμφωνίας, η αμερικανική πλευρά επανήλθε με βασικό θέμα στην ατζέντα την αλλαγή της χρονικής διάρκειας της συμφωνίας. Το 2019 οι Αμερικανοί είχαν πάλι προτείνει την οκταετή ή ακόμη και τη 10ετή διάρκεια, ανανεούμενη στη συνέχεια επ’ αόριστον, ώστε να μπορούν να προγραμματίζουν καλύτερα πιθανές επενδύσεις. Η ανανέωση παρέμεινε τότε ετήσια, αλλά στον νέο γύρο επαφών οι δύο πλευρές συνέκλιναν στην πενταετή ανανέωση.

Η νέα επικαιροποίηση

Στις 14 Οκτωβρίου ο κ. Δένδιας αναμένεται να υπογράψει στην Ουάσιγκτον, μαζί με τον αμερικανό ομόλογό του Αντονι Μπλίνκεν, μια νέα επικαιροποίηση του Παραρτήματος της MDCA. Τις τελευταίες ημέρες οι εργασίες υπήρξαν πυρετώδεις μεταξύ των δύο πλευρών ώστε να κλείσουν και τα δύο κείμενα που βρίσκονταν υπό διαπραγμάτευση: τόσο το Παράρτημα όσο και η πολιτική Δήλωση του κ. Μπλίνκεν που θα το συνοδεύει (δεν συνιστά νομικά δεσμευτικό κείμενο). Στις 29 Σεπτεμβρίου και έπειτα από μια δήλωση εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ την επομένη της υπογραφής της ελληνογαλλικής στρατηγικής συμφωνίας στο Παρίσι από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Εμανουέλ Μακρόν, δημιουργήθηκε μια σύγχυση περί της πενταετούς ή επ’ αόριστον διάρκειας της νέας συμφωνίας. Οπως όμως εγκαίρως απεκάλυψε αυθημερόν «Το Βήμα», η αλήθεια βρίσκεται στον συνδυασμό: η συμφωνία θα ανανεωθεί για μία πενταετία και στη συνέχεια θα ισχύει επ’ αόριστον, εκτός κι αν καταγγελθεί από μία εκ των δύο πλευρών. Σε αυτή την περίπτωση, η αμερικανική πλευρά φέρεται να έχει ζητήσει χρονικό περιθώριο δύο ετών για την αποχώρησή της.

Οι τέσσερις τοποθεσίες

Παράλληλα, αποφασίστηκε ότι μόλις τέσσερις (γειτνιάζουσες) τοποθεσίες θα προστεθούν στον σημερινό κατάλογο των υπαρχουσών τεσσάρων. Πρόκειται για το Στρατόπεδο «Γιαννούλη» (στην Αλεξανδρούπολη), τον Ναύσταθμο Κρήτης (στη Σούδα), το Πεδίο Βολής Λιτοχώρου Πιερίας και το Στρατόπεδο «Γεωργούλα» (κοντά στην Αεροπορική Βάση Λάρισας και στη Βάση της Αεροπορίας Στρατού στο Στεφανοβίκειο). Ούτε οι τελευταίες διαπραγματεύσεις υπήρξαν ανέφελες, και τούτο είχε καταγραφεί σε δημοσίευμα του «Βήματος» στις 4 Απριλίου. Αρχικώς, η αμερικανική πλευρά προσήλθε με έναν μακρύ κατάλογο τοποθεσιών (από 18 ως 24, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων τον Αραξο, την Ανδραβίδα, τον Αστακό, αλλά και τη Σκύρο – που τελικώς δεν περιελήφθη στη συμφωνία). Η ελληνική πλευρά πρότεινε κι εκείνη μία σειρά τοποθεσιών στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Λήμνος) και των Δωδεκανήσων (π.χ. Ρόδος, Κάρπαθος). Η κίνηση αυτή ώθησε τους Αμερικανούς να προσαρμοστούν σε πιο μινιμαλιστική τακτική για να αποφύγουν και τριβές με τη γειτονική Τουρκία. Χωρίς αποτέλεσμα ήταν επίσης η απόπειρα να ενταχθεί η χώρα μας σε μια σειρά προγραμμάτων αμυντικής βοήθειας.

Στρατόπεδο «Γιαννούλη» στην Αλεξανδρούπολη

Τα βασικά σημεία

Για την ελληνική πλευρά η έμφαση δόθηκε το τελευταίο διάστημα στην επίτευξη όσο το δυνατόν καλύτερων διατυπώσεων στην πολιτική Δήλωση. Στο παρελθόν, η επιστολή της 10ης Απριλίου 1976 του αμερικανού πρώην υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ προς τον έλληνα ομόλογό του Δημήτρη Μπίτσιο έλαβε μάλλον μυθικές διαστάσεις. Για τον λόγο αυτόν είχε ζητηθεί μια νέα επιστολή στην προηγούμενη αναθεώρηση του 2019, η οποία εστάλη τον Ιανουάριο του 2020 από τον Μάικ Πομπέο προς τον κ. Μητσοτάκη.

Στο ίδιο το νέο Παράρτημα που θα υπογραφεί την προσεχή εβδομάδα η ελληνική πλευρά πέτυχε, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει «Το Βήμα», την επανάληψη της καταγραφής βασικών σημείων του Προοιμίου του βασικού σώματος της Συμφωνίας του 1990, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία. Ωστόσο, η Αθήνα ήθελε μια καλύτερη εγγύηση για την προστασία τόσο της κυριαρχίας όσο και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, ει δυνατόν εντός του Παραρτήματος. Η αμερικανική πλευρά εμφανίστηκε ιδιαίτερα αμυντική στο σημείο αυτό και δεν ήθελε ευθείες αναφορές στο Παράρτημα. Παρουσιάστηκε πιο ανοικτή στη συμπερίληψη μιας τέτοιας αναφοράς στην πολιτική Δήλωση και σύμφωνα με τις πληροφορίες του «Βήματος», οι Ηνωμένες Πολιτείες τονίζουν στο εν λόγω κείμενο ότι σέβονται την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα, τα κυριαρχικά δικαιώματα και τη δικαιοδοσία (της Ελλάδος) με βάση και τις προβλέψεις του Διεθνούς Δίκαιου της Θάλασσας.

Χ. Κίσιγκερ

Συνέντευξη Δένδια

Σε συνέντευξή του στο «Βήμα της Κυριακής και τον Αγγελο Αθανασόπουλο, ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας ερωτήθηκε για τη συμφωνία.

Αναλυτικά:

Σε λίγες ημέρες μεταβαίνετε στην Ουάσιγκτον για να υπογράψετε ακόμη μία αναθεώρηση της ελληνοαμερικανικής αμυντικής συμφωνίας (MDCA). Τι έχει αλλάξει σε σχέση με την προηγούμενη αναθεώρηση του 2019;

«Μεταβαίνω στην Ουάσιγκτον για να συναντηθώ με τον αμερικανό ομόλογό μου Αντονι Μπλίνκεν και για την έναρξη του Στρατηγικού Διαλόγου. Στο πλαίσιο αυτό αναμένεται η υπογραφή του δεύτερου τροποποιητικού πρωτοκόλλου της MDCA. Την τελευταία διετία υπήρξαν τρεις σημαντικές αλλαγές που έκαναν επιτακτική την αναθεώρηση της συμφωνίας που υπέγραψα πριν από δύο χρόνια. Πρώτον, η στρατηγική σχέση μας με τις ΗΠΑ έχει περάσει σε άλλο επίπεδο. Βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της. Η νέα συμφωνία αποτελεί επιστέγασμα της μοναδικής αυτής σχέσης – που με τη σειρά της συμπληρώνεται από τις σχέσεις που έχουμε αναπτύξει με τους βόρειους γείτονες μας, τις χώρες της Μέσης Ανατολής, αλλά και ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία. Και έπονται άλλες. Δεύτερον, το περιβάλλον ασφαλείας στην περιοχή μας έχει αλλάξει άρδην. Δυστυχώς η Τουρκία προκαλεί σχεδόν σε καθημερινή βάση.

Ας μη λησμονούμε επίσης τα γεγονότα στον Εβρο και το «Oruc Reis». Και βεβαίως διατηρείται η απειλή πολέμου, με την Τουρκία να έχει τον μεγαλύτερο αποβατικό στόλο στη Μεσόγειο απέναντι από τα νησιά του Αιγαίου. Τρίτον, το αμερικανικό στρατηγικό και στρατιωτικό αποτύπωμα μετατρέπεται και μεταφέρεται.

Οι ΗΠΑ επενδύουν πλέον στην προσωρινή παρουσία στο έδαφος άλλων κρατών, όχι σε μόνιμες βάσεις, όπως γινόταν τις περασμένες δεκαετίες. Παράλληλα, αποστασιοποιούνται από την Ευρώπη. Το επίκεντρο του ενδιαφέροντος τους είναι ο Ινδο-Ειρηνικός, όπως η πρόσφατη συμφωνία με την Αυστραλία και τη Μεγάλη Βρετανία φανερώνει. Ευρωπαϊκές χώρες είναι πλέον διατεθειμένες να πληρώσουν προκειμένου να διατηρηθεί η αμερικανική παρουσία στο έδαφός τους. Η Ελλάδα αποτελεί την εξαίρεση στην τάση αυτή, κάτι που υποδηλώνει, αν μη τι άλλο, το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη στρατηγική θέση της χώρας μας, καθώς και τον σταθεροποιητικό ρόλο που παίζουμε στην ευρύτερη περιφέρεια».

Εχουμε ακούσει ότι η αμερικανική πλευρά κατέθεσε αρχικά ένα κατάλογο άνω των 20 τοποθεσιών. Ωστόσο, οι Αμερικανοί υπαναχώρησαν και ούτε η Σκύρος, για την οποία υπήρχαν ελπίδες, συμπεριλαμβάνεται στις τοποθεσίες. Πού καταλήγουμε τελικά;

«Θα μου επιτρέψετε να μη σχολιάσω την αμερικανική θέση. Οντως, η διαπραγμάτευση ήταν δύσκολη. Από πλευράς μας, υπήρξε αρμονική συνεργασία μεταξύ των υπουργείων Εξωτερικών και Εθνικής Αμυνας. Τα αντίστοιχα αμερικανικά υπουργεία είναι από μόνα τους δύο τεράστιοι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί, με τις δικές τους προτεραιότητες, καθώς και αλλαγές στη στάση τους. Αλλά στο τέλος επετεύχθη ένα αποτέλεσμα που είναι αμοιβαίως επωφελές για τις δύο πλευρές. Υπήρξαν προτάσεις από την αμερικανική πλευρά για διάφορες άλλες τοποθεσίες, που, όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν εξετάζονται σε αυτή τη φάση. Πάντως, μιας και ρωτάτε για τοποθεσίες, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η ίδια η συμφωνία αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για την προσθήκη και άλλων τοποθεσιών στο μέλλον. Αυτό που συγκρατούμε στο τέλος είναι το αποτέλεσμα, όπως τουλάχιστον έχει διαμορφωθεί μέχρι στιγμής, δηλαδή την επιλογή τεσσάρων νέων στρατιωτικών τοποθεσιών. Η επιλογή αυτή αυξάνει το αμερικανικό στρατηγικό και στρατιωτικό αποτύπωμα στη χώρα μας και έρχεται να συνδυαστεί με τις άλλες συμφωνίες που έχουμε επιτύχει την περασμένη διετία προκειμένου να θωρακίσουμε την Ελλάδα από κάθε είδους εξωτερική απειλή.

Αλλά και οι ίδιες οι τοποθεσίες έχουν τη δική τους σημασία. Η μία τοποθεσία βρίσκεται κοντά στα χερσαία σύνορα με την Τουρκία. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα στον Εβρο, είναι περιττό να επεκταθώ αναφορικά με τη σημασία της. Αλλά θα προσθέσω ακόμα δύο σημαντικά στοιχεία. Η Αλεξανδρούπολη, με τη δημιουργία πλωτού τερματικού σταθμού υγροποίησης φυσικού αερίου, μετατρέπεται σε ενεργειακό κόμβο για τα Δυτικά Βαλκάνια, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, κάτι που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τις ΗΠΑ, καθώς και την ΕΕ. Επίσης, η επιλογή τοποθεσίας έχει να κάνει με τη δυνατότητα ταχείας μεταφοράς και στάθμευσης αμερικανικών δυνάμεων στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία, παρακάμπτοντας τα Στενά. Οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν τη στρατηγική θέση της Ελλάδας και φαίνεται να έχουν αμφιβολίες αναφορικά με την Τουρκία. Να υπενθυμίσω ότι μία από τις μεγαλύτερες αμερικανικές στρατιωτικές ασκήσεις έλαβε χώρα στην περιοχή αυτή. Η άλλη τοποθεσία, στη νησιωτική Ελλάδα, θα διευκολύνει την ενίσχυση της παρουσίας και την ταχεία ανάπτυξη του Αμερικανικού, καθώς και του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι τοποθεσίες θα τελούν υπό ελληνικό έλεγχο. Θα χρησιμοποιούνται τόσο από αμερικανικές όσο και από ελληνικές δυνάμεις. Αρα οι επενδύσεις που θα κάνει η αμερικανική πλευρά αποτελούν όφελος και για τις δύο χώρες. Και αυτό μας φέρνει στη διάρκεια της συμφωνίας. Η αμερικανική πλευρά ζήτησε εξαρχής να είναι πενταετούς διάρκειας, και τούτο προκειμένου να υπάρξει μια προοπτική σταθερότητας και να απελευθερωθούν κονδύλια από το Κογκρέσο για εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων. Οπως επεσήμανε ο Πρωθυπουργός, η προοπτική αυτή μας βρίσκει καταρχήν θετικούς. Να θυμίσω παρεμπιπτόντως ότι η αρχική συμφωνία, του 1990, είχε οκταετή διάρκεια και από τότε ανανεωνόταν ετησίως από όλες τις κυβερνήσεις, χωρίς καμία εξαίρεση και χωρίς καμία καθυστέρηση».