Τους «σκελετούς» του παρελθόντος της ελληνικής οικονομίας θέλει να θάψει η κυβέρνηση με όχημα τα 72 δισ. ευρώ των κοινοτικών κονδυλίων της επόμενης επταετίας. Η αναπτυξιακή στόχευση του οικονομικού «στρατηγείου» είναι, μεταξύ άλλων, η μείωση των φορολογικών βαρών για τα φυσικά πρόσωπα, η ενοποίηση και μεταφορά όλων των φόρων ακινήτων στους ΟΤΑ, η μείωση ασφαλιστικών εισφορών και η μείωση χρόνου έκδοσης αποφάσεων στη Δικαιοσύνη.

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων είναι η αύξηση των συνολικών επενδύσεων από 12% σε 20-25%, των εξαγωγών στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (48%), της μεταποίησης στο 12% σε τρία χρόνια και στο 15% έως το 2030 και η αύξηση της απασχόλησης στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (74%).

 

Η διαχείριση

Στη χώρα μας όπου επικρατούν οι πολιτικές του χρυσόψαρου είναι δύσκολο η οικονομική διαχείριση των προηγούμενων ετών να μείνει αξέχαστη στους πολίτες, ειδικά σε ένα μεγάλο μέρος μισθωτών και αυτοαπασχολουμένων που έχουν σηκώσει το τεράστιο φορολογικό βάρος και το ψαλίδισμα των αποδοχών της τελευταίας μνημονιακής δεκαετίας, με παράλληλη συνέπεια το άλμα της ανεργίας και το κύμα φυγής στο εξωτερικό. Η επανάληψη μιας αποτυχίας στην αποτελεσματική απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων, με παράλληλη αστοχία στη σωστή αξιοποίησή τους, θα αποτελέσει το ύστατο χαίρε, απογοητεύοντας κυρίως τη νέα γενιά που αναμένει τη δημιουργία θέσεων εργασίας και επιχειρηματικών ευκαιριών.

Τα αποτελέσματα από τις προηγούμενες κυβερνήσεις στο μέτωπο της απορρόφησης και αξιοποίησης των κοινοτικών κονδυλίων είναι απογοητευτικά. Σε 40 χρόνια λάβαμε κοινοτικούς πόρους ύψους 160 δισ. ευρώ ή διαφορετικά ένα ολόκληρο ΑΕΠ, με το αναπτυξιακό αποτύπωμα να παραμένει περιορισμένο. Εν ολίγοις, με τα διαρθρωτικά προγράμματα από το 1980 κάναμε μία τρύπα στο νερό χρηματοδοτώντας δαπάνες που δεν κάλυψαν ένα μακροχρόνιο στρατηγικό πλάνο. Διαχρονικά, η υπέρμετρη γραφειοκρατία και η επιμονή στην πιστοποίηση επιλέξιμων δαπανών έχουν αποτελέσει σημαντική τροχοπέδη.

Το 2020, για παράδειγμα, θα ήταν το τελευταίο έτος του τρέχοντος ΕΣΠΑ και οι ευρωπαϊκοί πόροι που έχουν μπει στα ελληνικά ταμεία, σύμφωνα με έρευνα του ΣΕΒ, ήταν στο 87%. Επίσης, η εκτέλεση, δηλαδή τα χρήματα, που τελικά εκταμιεύονται στην πραγματική οικονομία, είναι μόλις στο 35%, με την Ελλάδα να καταγράφει την 5η χειρότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Το πρόγραμμα διοικητικής μεταρρύθμισης είχε μόλις 25% εκτέλεση (332 εκατ. ευρώ λιμνάζοντες πόροι) και η εκτέλεση των περιφερειακών προγραμμάτων είναι ακόμα πιο απογοητευτική στο 29% (λιμνάζοντες πόροι 3,77 δισ. στις αρχές του 2020).

 

Τα χρήματα

Σήμερα, η χώρα μας, εκτός από τις επιδοτήσεις ύψους 19 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης μέχρι το 2023, θα λάβει επιπλέον επιχορηγήσεις 40 δισ. ευρώ από το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο μέχρι το 2027. Εδώ μπαίνει το εξής σημαντικό ερώτημα: Επιβάλλεται να καταρτιστεί ένα σταθερό εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο; Και αυτό διότι η χρήση των πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης που είναι περί τα 32 δισ. συνολικά (12,5 δισ. δάνεια) θα είναι τα κρίσιμα έτη 2021-2023. Τo 70% είναι πόροι οι οποίοι θα δεσμευτούν τα έτη 2021, 2022, ενώ τα υπόλοιπο 30% μέχρι το τέλος του 2023. Η εφαρμογή των μεταρρυθμιστικών μέτρων που προτείνει η παρούσα κυβέρνηση τίθεται χρονικά στο τέλος του δεύτερου χρόνου της θητείας της, μέσα σε συνθήκες διεθνούς ύφεσης και ανασφάλειας. Ως εκ τούτου είναι άγνωστο αν υπάρχει αρκετός χρόνος για να φανούν τα όποια αποτελέσματα. Ακόμα και αν οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις έχουν σαφή χρονική αλληλουχία δεν μπορούν να γίνουν όλες άμεσα. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει τεχνοκρατική αρτιότητα και σαφήνεια στις προτάσεις, η ιστορία έχει δείξει πως δεν εξασφαλίζεται η επιτυχής εφαρμογή τους, διότι αυτό είναι δουλειά της εκάστοτε κυβέρνησης.

 

Που θα πάνε

Mε την πανδημία και τα σενάρια τρόμου για ύφεση 10% και ανεργία κοντά στο 20% η παραγωγική αναδιάρθρωση παραμένει η πιο επιτακτική ανάγκη για τη διατήρηση της αναπτυξιακής στροφής από το 2021. Με την παρούσα παραγωγική δομή, όσα κεφάλαια και αν διατεθούν, η ανάκαμψη κατά πάσα πιθανότητα θα είναι, μεσοπρόθεσμα, ισχνή.

«Χορτάτη», λοιπόν, από δέκα χρόνια κρίσης γίνεται πιο σαφές από ποτέ πως η Ελλάδα πρέπει να επισπεύσει τον αναπτυξιακό μετασχηματισμό και να βασιστεί σε ένα μοντέλο που δεν θα είναι μόνο ήλιος, θάλασσα, καφές. Σύμφωνα με τα σχέδια που ετοιμάζει η παρούσα κυβέρνηση, βασιζόμενη και στο πόρισμα τεχνοκρατικής επιτροπής (που αποτελείται από οικονομολόγους με επικεφαλής τον καθηγητή Χριστόφορο Πισσαρίδη), στις βασικές στοχεύσεις είναι η μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα, με απλούστευση της γραφειοκρατίας, ψηφιοποίηση και περικοπή χρόνου αποφάσεων στο Δημόσιο και στα δικαστήρια. Δεύτερον, είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας στις αγορές και περισσότερα κίνητρα προς τη σωστή κατεύθυνση, για την οικονομία.