«Ας όψονται τζείνοι που τα εκάμασι». Ηταν η φράση που άκουγα τις περισσότερες φορές τη μέρα στο σπίτι μου ως παιδί. Μια φράση που συνοδευόταν κι από έναν βαθύ αναστεναγμό. Και μερικά δάκρυα που πνίγονταν πριν τρέξουν. Μέχρι το 2003 οι δρόμοι στην Κύπρο σταματούσαν στα οδοφράγματα. Από τότε και μετά στην Κύπρο Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι προσπαθούν να ξανασυστηθούν και να εμπιστευθούν ο ένας τον άλλον, με τα αποτελέσματα του προδοτικού πραξικοπήματος της χούντας των συνταγματαρχών και της εισβολής των τουρκικών στρατευμάτων να κρατούν ανοιχτές τις πληγές...

 

Η ιστορία του Χακκί...

«Δεν υπάρχουν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Υπάρχουν Κυπραίοι. Κυπραίοι που μιλούν τουρκικά και Κυπραίοι που μιλούν ελληνικά», έλεγε πάντα ο Χακκί. Ο Χακκί ήταν Τουρκοκύπριος, δικηγόρος και με κάθε λόγο να μισεί τους «Κυπραίους που μιλούν ελληνικά», αλλά είχε επιλέξει να αγαπά τους Κυπραίους χωρίς να κάνει διακρίσεις και να ζητά λύση και επανένωση χωρίς αστερίσκους. «Η κουλτούρα μας είναι ίδια. Το φαγητό μας είναι ίδιο. Κλαίμε και γελάμε με τα ίδια πράγματα», έλεγε πάντα. Ο Χακκί γεννήθηκε στη Μόρφου (σήμερα Γκιουζέλγιουρτ), κάπου στη δεκαετία του '50. Τη δεκαετία της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ) και της Τουρκικής Οργάνωσης Αντίστασης (ΤΜΤ). Ως παιδί έζησε τις μάχες και τις εκκαθαρίσεις με τον χειρότερο τρόπο. Εγινε πρόσφυγας πριν από το 1974 και επέστρεψε στο σπίτι του κάτω από καθεστώς κατοχής το 1974...

 

«Ηταν καλοκαίρι του 1958

Ο αδερφός της μάνας μου σπούδαζε γιατρός στην Αγκυρα. Η γιαγιά μου τότε ήταν άρρωστη πολλά. Ο θείος μου ήθελε να δει τη μάνα του. Οι παππούδες μου φοβόντουσαν όμως τους σκοτωμούς και τις ταραχές που είχαν αρχίσει, τις δολοφονίες Τουρκοκυπρίων και του έγραψαν να μην έρθει», κάπου εκεί τα μάτια τού Χακκί κοκκίνισαν. Μία παύση και λίγο νερό, να πνιγεί ένας λυγμός. «Στου Μόρφου όμως δεν είχε φασαρίες. Αλλωστε δεν είχε κάνει και κάτι για να φοβάται.

Δεν είχε σχέσεις με την ΤΜΤ. Ετσι έφτασε στην Κύπρο. Αλλά...». Την ιστορία συνεχίζει ο παππούς μου, ο Αντρικκής, που καθόταν μαζί μας λέγοντας «ο θείος του έφτασε στη Μόρφου να δει τη μάνα του. Μαθεύτηκε. Το επόμενο πρωί ήρθε στον καφενέ. Μαζί μας καθότανε. Καλοκαίρι, ήμασταν έξω. Πέρασε ένα αυτοκίνητο με μασκοφόρους και όπλα. Ξαφνικά τον είδαμε να γέρνει το κεφάλι του στο πλάι και να τρέχει αίμα από το μέτωπό του. Το "έγκλημά" του ήταν ότι σπούδαζε στην Τουρκία.

Ηταν περίπου 22 χρονών. Μία σφαίρα ήταν αρκετή». Δράστες ήταν ελληνοκύπριοι «πατριώτες»... Ο Αντρικκής μου εκεί κοίταξε κάπου μακριά προς την αγορά της Μόρφου και ο Χακκί τού έπιασε το χέρι. Ηταν η πιο σκληρή σιωπή που θυμάμαι. Ο Χακκί δεν πολέμησε για την Τουρκία το 1974. Γύρισε στη Μόρφου μετά την εισβολή. Και πάντα μιλούσε για «τη λύση που θα μας επιτρέψει να ζήσουμε ούλοι μαζί», όπως έλεγε ζητώντας συγγνώμη για τα ελληνικά του που είχε ξεχάσει, αφού απαγορευόταν να τα μιλάνε για πολλά χρόνια. «Ξέρεις πόσοι γέροι Τουρκοκύπριοι δεν ξαναμίλησαν ποτέ από το 1974 και μετά γιατί δεν ήξεραν τουρκικά και φοβόντουσαν τα πρόστιμα;», μου έλεγε. Ο Χακκί έφυγε 10 χρόνια πριν. Περιμένοντας τη λύση...

 

Η ιστορία του Αντρικκή

Αντρικκής μου, ο άνθρωπος τις μνήμες του οποίου κουβαλάω στην ψυχή μου, έφυγε από τη Μόρφου μία μέρα πριν από τον δεύτερο Αττίλα. Τις ημέρες του Αυγούστου. «Με ειδοποίησαν ότι και η αστυνομία εγκαταλείπει τη Μόρφου. Και ότι έπρεπε να φύγουμε. Ε, τι να κάναμε», μου έλεγε και πάντα αισθανόμουν ότι μετάνιωνε για κάτι. «Φύγαμε με τα ρούχα που φορούσαμε. Με τα σορτς και τις παντόφλες. Και 10 λίρες στην τσέπη. Η μαμά σου στην Αθήνα, ο θείος σου φαντάρος»... Τότε η διήγηση σταματούσε. «Ας όψονται. Ας όψονται τζείνοι που τα εκάμασι», συνήθιζε να λέει με μια ευχή σε κάθε τραπέζι και σε κάθε τηλεφώνημα «και του χρόνου σπίτι μας, μωρό μου»...

Το σπίτι του Αντρικκή μου το έδωσαν σε οπαδό του καθεστώτος. Οταν πήγαμε μαζί, δεν θέλησε να ανέβει. Τα μάτια του δάκρυσαν ξανά στην πόρτα του συνεταιρισμού που διηύθυνε και ήταν το γραφείο του. Ολη του η ζωή. Το μόνο που πήρε μαζί του όταν πήγαμε στη Μόρφου ήταν ένα λουλούδι και δύο πορτοκάλια από τις πορτοκαλιές «του». Τα κρατούσε στα χέρια του όλη τη μέρα. Και δεν ήρθε μαζί μας ποτέ ξανά στη Μόρφου... Εφυγε κι αυτός, περιμένοντας τη λύση...

 

Η ιστορία της Αγαθούλας και της Ντενίζ

Η Αγαθούλα είναι κι αυτή από τη Μόρφου. Σήμερα 69 χρονών, έχει δισέγγονα και ζει πρόσφυγας στη Λεμεσό. Οταν άνοιξε η πόρτα του σπιτιού της στη Μόρφου, ήταν σαν να κάνεις ταξίδι στον χρόνο. Ηταν όλα στη θέση τους. Εκεί όπου τα άφησε. Η φωτογραφία του γάμου της στο σύνθετο, τα τραπεζομάντιλα, η αγαπημένη της πολυθρόνα. «Εγώ εδώ είμαι φιλοξενούμενη. Μένω εδώ μέχρι να με αφήσουν να πάω στο σπίτι μου στην Πάφο», μου λέει η κυρία Ντενίζ. Και η Αγαθούλα πάει στην κουζίνα να κάνει καφέ, σαν να μην πέρασε μια μέρα...