Το όνομα του Τζόζεφ Πούλιτζερ έχει μείνει στην ιστορία συνυφασμένο με τη δημοσιογραφία και ειδικότερα με το ομώνυμο βραβείο που θέσπισε ο ίδιος.

Δαιμόνιος και εργατικός κατάφερε γρήγορα να ανελιχθεί και να κατακτήσει οικονομική επιφάνεια και κυρίως κύρος και εξουσία στις ΗΠΑ της εποχής του.

Η ζωή του

Ο Τ. Πούλιτζερ γεννήθηκε στις 10 Απριλίου του 1847 στην Ουγγαρία. Ήταν μέλος μίας πολυάριθμης οικογένειας, ωστόσο μόνο ο ίδιος και ο αδερφός του επέζησαν μέχρι την ενηλικίωσή τους.

Όταν ο πατέρας του αποσύρθηκε από τις επιχειρήσεις εμπορίας σιτηρών το 1853, η οικογένεια μετακόμισε στη Βουδαπέστη. Τα παιδιά έλαβαν μόρφωση σε ιδιωτικά σχολεία ενώ έμαθαν να μιλούν γαλλικά και γερμανικά.

Ο πατέρας του πέθανε όταν ο Τζόζεφ ήταν έντεκα ετών και η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε έναν επιχειρηματία. Στην ηλικία των δεκαεπτά, αποφάσισε να ζήσει μόνος του.

Περιπετειώδης ζωή

Σε ηλικία 17 ετών επιχείρησε να ενταχθεί στον Αυστριακό στρατό, στη Γαλλική Λεγεώνα των Ξένων και στο βρετανικό στρατό στην Ινδία διαδοχικά αλλά απορρίφθηκε λόγω εύθραυστης φυσικής κατάστασης αλλά και του νεαρού της ηλικίας του.

Εν τέλει κατάφερε να τον δεχθούν στο Ιππικό Λίνκολν, στις ΗΠΑ, σε ηλικία 18 ετών. Η σύντομη στρατιωτική του σταδιοδρομία έληξε στις 5 Ιουνίου του 1865, με μια τιμητική απόλυση.

Το 1867 έγινε Αμερικανός πολίτης και το 1868 η γερμανόφωνη εφημερίδα Westliche Post του πρόσφερε εργασία σε θέση δημοσιογράφου. Αφοσιώθηκε με πάθος στη νέα του εργασία, μάλιστα αναφέρεται ότι δούλευε 16 ώρες ημερησίως.

Έγινε μέλος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και προτάθηκε ως υποψήφιος, λόγω έλλειψης άλλου, στο Πολιτειακό Νομοθετικό Σώμα του Μιζούρι το 1869.

Η νίκη του ήταν εντυπωσιακή, αλλά τόσο ο ίδιος όσο και τα άλλα μέλη του κόμματος, είχαν παραβλέψει ότι ο νεαρός Πούλιτζερ ήταν μόλις 22 ετών και άρα νεότερος απ' ο,τι όριζε ο νόμος για τους υποψήφιους. Πολύ σύντομα ο Πούλιτζερ εγκατέλειψε τους Ρεπουμπλικάνους και τάχθηκε με τους Δημοκρατικούς.

Ο Πούλιτζερ και η Δημοσιογραφία

Ο Πούλιτζερ αγαπούσε την πολιτική αλλά πραγματικό του πάθος ήταν η Δημοσιογραφία. Όταν του προτάθηκε να γίνει αρχισυντάκτης στη Westliche Post το 1872 δέχτηκε δίχως δεύτερη σκέψη.

Το 1878 αγόρασε τη St. Louis Dispatch σε πλειστηριασμό για 2.500 δολάρια. Τότε συμφώνησε με τον συνιδιοκτήτη του στην Post, να συγχωνεύσουν τις δύο εφημερίδες σε μία.

Η St. Louis Post Dispatch γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1878.

Ο παθιασμένος με τη δημοσιογραφία Πούλιτζερ δεν δίστασε να επιτεθεί σε ό,τι κακό είχε να επιδείξει το Σεντ Λούις. Τα έβαλε με φοροφυγάδες, τζογαδόρους, αποκάλυψε ασφαλιστικές απάτες, έγραψε για τα μονοπώλια, τους τραπεζίτες και τη διαφθορά.

Απέκτησε πολλούς εχθρούς μέσω της πένας του.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1880 αγόρασε την εφημερίδα New York World και το 1980 έκτισε ένα δεκαεξαόροφο κτίριο για να τη στεγάσει.

Η World ήταν γνωστή για την ερευνητική δημοσιογραφία και το καταγγελτικό ρεπορτάζ ενώ υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλής στους αναγνώστες.

«Ακρίβεια! Λακωνικότητα! Ακρίβεια!»

Ο Πούλιτζερ ήταν πιστός στο μότο του "Ακρίβεια! Λακωνικότητα! Ακρίβεια!", καθώς πίστευε στην απλή παράθεση των γεγονότων ως σωστού τρόπου παρουσίασης μίας είδησης.

Ωστόσο, όταν ο μεγιστάνας Γουίλιαμ Χιρστ αγόρασε την ανταγωνιστική εφημερίδα New York Journal το 1895 ο Πούλιτζερ άφησε στην άκρη τα ιδανικά του.

Προκειμένου να αυξήσουν τις πωλήσεις φύλλων τόσο ο Πούλιτζερ, όσο και ο Χιρστ, άρχισαν να γράφουν εξωπραγματικές ιστορίες, να τυπώνουν αιματηρά και ακατάλληλα πρωτοσέλιδα και να χρησιμοποιούν πολλές φωτογραφίες για να προσελκύσουν αναγνώστες, εγκαινιάζοντας το στυλ δημοσιογραφίας που σήμερα ονομάζουμε κίτρινο.

Στον σωστό δρόμο ξανά

Έπειτα από πολλά χρόνια προσπάθειας να ξεπεράσει τον Χιρστ, ο Πούλιτζερ συνειδητοποίησε τελικά τη ματαιότητα αυτού του είδους της δημοσιογραφίας και προσπάθησε και πάλι να επανέλθει στον σωστό δρόμο.

Πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στο κατάστρωμα του γιοτ του στις 29 Οκτωβρίου του 1911, στην ηλικία των 64 ετών. Είναι θαμμένος στο νεκροταφείο Woodlawn στο Bronx.

Τα βραβεία Πούλιτζερ απονεμήθηκαν το 1917, όπως όριζε ο ίδιος στη διαθήκη του. Σήμερα θεωρούνται η ύψιστη διάκριση για την έντυπη δημοσιογραφία, ενώ σημαντικό θεωρείται και το ομώνυμο λογοτεχνικό βραβείο.

Σύμφωνα με το κληροδότημα προβλέπονται οκτώ βραβεία που απονέμονται σε κατηγορίες που σχετίζονται με τη δημοσιογραφία, (καλύτερου ρεπορτάζ, άρθρου, γελοιογραφίας κ.ά.) καθώς και τέσσερα για τις τέχνες και τα γράμματα.