Ελάχιστα πράγματα έχουν μείνει να θυμίζουν εκείνο το πευκόφυτο, παραθαλάσσιο, θέρετρο, σε απόσταση μιας ανάσας από το κέντρο της Αθήνας.

Εδώ και δεκαετίες το Κόκκινο Λιμανάκι Ραφήνας ήταν μια κωμόπολη πραγματική όαση, στην οποία όποιος είχε πρόσβαση –είτε ως ιδιοκτήτης κατοικίας, είτε ως φιλοξενούμενος φιλικών προσώπων- θεωρείτο τυχερός από γνωστούς και φίλους οι οποίοι δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα για να περάσουν ευχάριστα τις θερινές τους διακοπές.



Όλα αυτά μέχρι το μεσημέρι της 23ης Ιουλιου του 2018. Λίγες ώρες μετά η πύρινη κόλαση περικύκλωνε το Κόκκινο Λιμανάκι και τα πάντα άλλαζαν δραματικά…

Η καταστροφική πυρκαγιά κατάφερε μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα να αλλοιώσει τη φυσιογνωμία ολόκληρης της περιοχής. Από το Κόκκινο Λιμανάκι μέχρι και τους όμορους οικισμούς, το Μάτι και τον Νέο Βουτζά, τίποτα δεν είναι όπως ήταν μέχρι πέρυσι. Χιλιάδες στρέμματα πυκνού πευκοδάσους εξαφανίστηκαν μεμιάς αφήνοντας ένα γυμνό τοπίο με διάσπαρτα καμένα κτίρια.


Είναι μέσα Ιουλίου και το Κόκκινο Λιμανάκι είναι σχεδόν έρημο. Ελάχιστη η κίνηση στους δρόμους, κυρίως από κατοίκους που οδηγούν προς τη Ραφήνα για να κάνουν τα απαραίτητα ψώνια. Δεν έχουν άλλη επιλογή, άλλωστε. Το σουπερμάρκετ της περιοχής κάηκε ολοσχερώς την αποφράδα εκείνη ημέρα.


Το άλλοτε πολυσύχναστο κάμπινγκ είναι ένα μέρος-φάντασμα. Κλειστή με λουκέτο η κεντρική συρόμενη καγκελόπορτα, και στο εσωτερικό η σχεδόν απόκοσμη εικόνα του κτιρίου της διεύθυνσης, το ποίο φέρει ακόμα τα σημάδια της πυρκαγιάς, σαν να σταμάτησε ο χρόνος ξαφνικά.

«Υπήρχε το κάμπινγκ εδώ δίπλα και ερχόταν πολύς κόσμος κάθε καλοκαίρι. Κάηκε… Δεν υπάρχει τίποτα. Έρχονται πολλοί ξένοι που έχουν διαβάσει γι’ αυτό ή το έχουν ξαναεπισκεφθεί στο παρελθόν αλλά μάταια. Βλέπουν πώς έχουν τα πράγματα και φεύγουν. Σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου δεν υπάρχει τίποτα», λέει με πικρία ο Βαγγέλης Γ. ένας από τους λίγους «τυχερούς», καθώς είδε το μικρό εξοχικό του να γλιτώνει την ώρα που άλλα σπίτια εκατέρωθεν γίνονταν βορά της πυρκαγιάς.




«Υπήρχε ένα παντοπωλείο που κάηκε ολοσχερώς, τώρα δεν υπάρχει τίποτα. Όταν θέλουμε κάτι πρέπει να πάμε μακριά, μέχρι το κέντρο της Ραφήνας για να το αγοράσουμε», προσθέτει η σύζυγός του η οποία το απόγευμα της 23ης Ιουλίου του 2018 έλειπε στην Αθήνα για δουλειές. Όταν επέστρεψε, γύρω στις 10:30 το βράδυ, ήταν πια αργά. Όλα είχαν χαθεί.


« Όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα επισκευάζουν τα σπίτια τους, οι υπόλοιποι τα έχουν παρατήσει και έχουν φύγει, γι’ αυτό και έχει ερημώσει η περιοχή», συνεχίζει η ίδια και αμέσως μετά μας, εμφανώς συγχυσμένη, μας παρακαλεί να σταματήσουμε τη συζήτηση γιατί της προκαλεί δυσφορία…


Συνεχίζοντας τη διαδρομή με κατεύθυνση προς το Μάτι βλέπουμε τριγύρω να συνυπάρχουν δύο αντιφατικές, μεταξύ τους, εικόνες. Από τη μια, σε δεκάδες κατοικίες εργάζονται πυρετωδώς κάθε λογής τεχνίτες. Πλακάδες, οικοδόμοι, ξυλουργοί, υδραυλικοί, ελαιοχρωματιστές. Οι ιδιοκτήτες των σπιτιών τους έχουν προσλάβει για να τα επισκευάσουν εν των αυγουστιάτικων διακοπών. Σκαλωσιές, τρυπάνια, μπογιές, σωροί από τσιμέντο παντού.

«Είναι τραγική η κατάσταση. Επικρατεί χάος ιδιαίτερα στους εξωτερικούς χώρους. Έχει φοβερές ζημιές, ακόμα και σε σκληρά υλικά όπως τα πλακάκια και τα μάρμαρα. Έχουν καεί όλα» μας λέει ο τεχνίτης Σπύρος Πανταζής, ειδικός στα πλακάκια, τον οποίο βρήκαμε σε ώρα εργασιών μαζί με τον γιο του σε ένα εξοχικό της περιοχής.

Την ίδια ώρα όμως άλλα τόσα σπίτια στέκονται σαν ζόμπι, πληγωμένα ανεπανόρθωτα από την πυρκαγιά. Ως επί το πλείστον πρόκειται για παλαιότερα κτίσματα, των οποίων οι ιδιοκτήτες δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τα αποκαταστήσουν και έτσι ρημάζουν θυμίζοντας σε όλους τι συνέβη στις 23 Ιουλίου του 2018…




Η ώρα έχει πάει μία το μεσημέρι και από τις 10 το πρωί έχουμε συναντήσει σε ολόκληρη τη διαδρομή μας το πολύ καμιά τριανταριά άτομα.


«Έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα. Ερημιά παντού. Δε αντέχεται η κατάσταση» ομολογεί με θλίψη η κ. Χρυσούλα Αντύπα, η οποία παραθερίζει στο Μάτι επί 48 συναπτά έτη.

«Φέτος, μέσα στην πολυκατοικία είμαστε μόνο 4 οικογένειες σε σύνολο 27 διαμερισμάτων. Πόσα ήταν γεμάτα πέρυσι; Όλα! Όλα ήταν γεμάτα κάθε χρόνο. Τώρα ποιος να έρθει; Είναι κατάσταση αυτή; Ξέρετε κύριε πώς το αποκαλούσαν παλαιότερα το Μάτι ακόμα και στα συμβόλαια των σπιτιών; Το έλεγαν «Μάτι – Ζούγκλα» Τέτοια βλάστηση είχε. Κοιτάξτε πώς κατάντησε…»

Το πλήγμα στην τουριστική κίνηση της περιοχής επιβεβαιώνει και ο Χρήστος Τεκτονίδης, γενικός διευθυντής του ξενοδοχείου Ramadan το οποίο εκείνο το δραματικό βράδυ φιλοξένησε εκατοντάδες κατοίκους της περιοχής οι οποίοι έψαχναν καταφύγιο για να γλιτώσουν από την πύρινη μανία.


«Όλα τα ξενοδοχεία της περιοχής είμαστε 50% κάτω σε σχέση με άλλες χρονιές. Αυτό οφείλεται καθαρά και μόνο στην φωτιά. Οι τουρίστες ψάχνουν πολύ μέχρι να βρουν πού θέλουν να πάνε και αναπόφευκτα μαθαίνουν τι συνέβη πέρυσι. Τα μεγάλα πρακτορεία που συνεργαζόμαστε είχαν πολύ μικρή ζήτηση για την περιοχή μας, δυστυχώς», παραδέχεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

 

Με μελανά χρώματα περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί και ο Γιάννης Στάμελος, ιδιοκτήτης της ταβέρνας στην Αργυρά Ακτή άλλη μια περιοχή που λαβώθηκε από την καταστροφική πυρκαγιά.

«Ακόμα δεν έχουμε επιστρέψει στην κανονικότητα. Ο κόσμος ακόμα δεν έρχεται, είναι παγωμένος. Και δεν είναι μόνο οι επισκέπτες. Λείπει τουλάχιστον η μισή περιοχή αφού κάηκαν τα διαμερίσματά των μονίμων κατοίκων και εκείνων που έχουν εξοχικά». Σήμερα άρχισε να στρώνει τα τραπέζια γύρω στις 12:30 το μεσημέρι. Άλλωστε κανείς δεν βιάζεται. Το μαγαζί είναι άδειο, όπως και ολόκληρη η παραλία.

«Τέτοια μέρα και τέτοια ώρα κανονικά θα είχε πολύ κόσμο. Τώρα, στην παραλία, όπως βλέπεις δεν έχει υπάρχει ούτε ένας, ενώ στο μαγαζί έχει μόλις 2-3 άτομα, κι αυτά είναι περαστικά», λέει σκεπτικός.

Την ίδια πικρή επισήμανση κάνει και μια μόνιμη κάτοικος την οποία συναντάμε στο Κόκκινο Λιμανάκι την ώρα που επιβλέπει τους μαστόρους που αποκαθιστούν την πρόσοψη του σπιτιού της.

«Ερημιά… σκέτη ερημιά. Η ζωή δεν έχει επανέλθει. Νέκρα παντού. Τα ξενοδοχεία δεν έχουν τίποτα από κόσμο. Και πώς να έλθει κάποιος άλλωστε εδώ για διακοπές; Κανείς δεν θέλει να έλθει να κάνει μπάνιο στα καμένα. Γιατί να βλέπει τα καμένα και να μην πάει κάπου αλλού καλύτερα», μας λέει, σχεδόν μονολογώντας…