Προσέχετε όταν υποβάλλετε αιτήματα, διότι ενίοτε γίνονται δεκτά. Παραφράζοντας τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το επιμύθιο των προχθεσινών εκλογών στη Βρετανία είναι το εξής: πρόσεχε όταν προκηρύσσεις εκλογές, διότι ενίοτε το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που περιμένεις. Το ένιωσε στο πετσί της με τον χειρότερο τρόπο η Τερίζα Μέι, η οποία είναι ο μοναδικός πολιτικός ηγέτης στη Βρετανία που καταφέρνει να εξαϋλώσει ένα μεγαλειώδες (δημοσκοπικό) προβάδισμα 24 μονάδων μέσα σε λίγες εβδομάδες, να ηττηθεί παίζοντας «χωρίς αντίπαλο» - όπως το επιτελείο της διατεινόταν αυτάρεσκα τις προηγούμενες εβδομάδες - και από απόλυτο κυρίαρχο να κινδυνεύει να μετατραπεί σε παρία του πολιτικού συστήματος.
«Χάος», «σοκ», «καταστροφή», «εφιάλτης» είναι οι λέξεις με τις οποίες τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης περιέγραφαν το αποτέλεσμα των εκλογών.
Μπορεί η Μέι να κερδίζει χρόνο και χάρη στις 10 έδρες των Ενωτικών της Βόρειας Ιρλανδίας να παραμένει στην Ντάουνινγκ Στριτ, ωστόσο η αίσθηση που υπάρχει στο Λονδίνο είναι ότι πρόκειται για «πρωθυπουργό υπό προθεσμία».
«Παρά το γεγονός ότι πολλοί στη χώρα και στο κόμμα θεωρούν ότι η Μέι απέτυχε, δεν "τραβάει" και πρέπει να φύγει, κρίθηκε ότι ενδεχόμενη παραίτησή της στην παρούσα φάση θα ήταν επιζήμια ενόψει των διαπραγματεύσεων για το Brexit. Η χώρα χρειάζεται σταθερότητα. Το πόσο θα μείνει στην πρωθυπουργία η Μέι θα φανεί στην πορεία» είπε στα «ΝΕΑ» πηγή των Συντηρητικών, επισημαίνοντας ότι ορισμένα στελέχη του κόμματος ζητούν ήδη ανοικτά την παραίτησή της.
Γιατί «λαβώθηκε» η Μέι. Το Σάββατο 29 Απριλίου, στις αρχές της προεκλογικής εκστρατείας, η 60χρονη αρχηγός των Συντηρητικών συνελήφθη από τον τηλεοπτικό φακό να χτυπά πόρτες σπιτιών στο Αμπερντινσάιρ της Σκωτίας για να μοιράσει προεκλογικά φυλλάδια. Ομως, όσο κι αν χτυπούσε, δεν της άνοιγε κανείς. Εξι εβδομάδες αργότερα, αποδείχθηκε ότι η εικόνα αυτή είχε έναν οδυνηρό για εκείνη συμβολισμό.
«Η πρωθυπουργός πήρε ένα ρίσκο και το έχασε. Οι Συντηρητικοί υπέπεσαν σε σημαντικά στρατηγικά και επικοινωνιακά λάθη κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας και η Τερίζα Μέι δεν κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του λαού. Σίγουρα δεν μπορεί να υπάρξει θετικός απολογισμός για τους Τόρις. Αντιθέτως, το κόμμα εισέρχεται σε μια περίοδο εσωτερικών ανακατατάξεων και αλλαγών» τονίζει μιλώντας στα «ΝΕΑ» η Χρύσα Λαμπρινάκου, καθηγήτρια Βρετανικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (UCL).
Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι η Μέι δεν έχασε την αυτοδυναμία από τον Τζέρεμι Κόρμπιν, αλλά από τον πολύ κακό εαυτό της. Τα αυτογκόλ κατά την προεκλογική εκστρατεία έρχονταν το ένα μετά το άλλο: τα πισωγυρίσματα στις εξαγγελίες της, οι κωλοτούμπες στο μανιφέστο του κόμματος, τα ήξεις αφήξεις στις εξαγγελίες και η διχαστική καμπάνια που έκανε - όλα δικής της έμπνευσης - έμοιαζαν να τρολάρουν το ίδιο της το σλόγκαν «strong and stable». Μόνο ισχυρή και σταθερή δεν ήταν η παρουσία της Μέι σε αυτή την προεκλογική περίοδο. Αντιθέτως, οι κινήσεις της δικαιολογούν πλήρως την προσωνυμία - λογοπαίγνιο «Theresa Maybe» που της είχε αποδώσει ο «Εκόνομιστ» τον περασμένο Ιανουάριο.
Η αρχηγός των Τόρις «εξαφάνισε» όλα τα προβεβλημένα στελέχη του κόμματος (ποιος είδε τον Μπόρις Τζόνσον κατά τη διάρκεια της εκστρατείας;) και να πάρει την καμπάνια επάνω της. Εκανε όμως μια σειρά από στρατηγικά λάθη: δεν εμφανίστηκε στα ντιμπέιτ, δίνοντας την εικόνα ότι κρύβεται, επέλεξε μια σαφώς αρνητική και διχαστική εκστρατεία (κατηγορούσε διαρκώς τον Κόρμπιν επί παντός επιστητού, μέχρι και για το ότι θα φορολογήσει τους κήπους των Λονδρέζων!) και επαναλάμβανε μονότονα τις ίδιες φράσεις και συνθήματα, κουράζοντας και ενδεχομένως εκνευρίζοντας μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος.
Οι περισσότεροι σχολιαστές ομονοούν στο ότι δεν υπήρχε λόγος να γίνουν αυτές οι εκλογές. Η απόφαση της Μέι ήταν σαφώς οπορτουνιστική: δεν είχε γνώμονα το συμφέρον της χώρας της, αλλά το προσωπικό μικροκομματικό της συμφέρον. Προτού προκηρύξει τις εκλογές είχε διαψεύσει τουλάχιστον πέντε φορές ότι θα το πράξει. Το αρνιόταν πεισματικά, ακόμη κι όταν την πίεζαν οι σύμβουλοί της, βλέποντας το τεράστιο δημοσκοπικό προβάδισμα που είχε. Στο τέλος ενέδωσε, διότι πίστεψε ότι θα κάνει εκλογικό περίπατο. Λίγες ημέρες πριν από τις κάλπες, πηγές των Συντηρητικών έλεγαν στα «ΝΕΑ» ότι αναμένουν πλειοψηφία έως και 90 εδρών. Προφανώς δεν είχαν αντιληφθεί τη ζημιά που είχε κάνει στον ίδιο τον εαυτό της η Μέι με τον τρόπο που κινήθηκε στην προεκλογική εκστρατεία. Την αντιλήφθηκε όμως - και την περιέγραψε γλαφυρά μια αναγνώστρια των «Τάιμς»: «Εάν πασχίζετε να καταλάβετε πώς το σκηνικό άλλαξε τόσο δραματικά, κοιτάξτε μέσα στο μυαλό μου. Είμαι αναποφάσιστη μεταξύ των Συντηρητικών, των Εργατικών και των Φιλελεύθερων Δημοκρατών. Αρχικά εντυπωσιάστηκα από το σοβαρό ηγετικό προφίλ της Μέι, αλλά την τελευταία εβδομάδα κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι κωλοτούμπες της και οι μπερδεμένες πολιτικές της υποδηλώνουν ότι έρχεται μια κακή πρωθυπουργία και ένα επιζήμιο, σκληρό Brexit».
«Η Βρετανία μπαίνει σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα γίνει, καθώς η σταθερότητα και η συναίνεση που παραδοσιακά χαρακτήριζαν τη βρετανική πολιτική σκηνή έχουν δώσει τη θέση τους στην αστάθεια και την επικράτηση του κομματικού συμφέροντος έναντι του εθνικού» εκτιμά η δρ Λαμπρινάκου.
Η «έκπληξη» του Εργατικού. Μέχρι πρόσφατα, όλοι πίστευαν ότι ο Τζέρεμι Κόρμπιν είναι «τελειωμένος». Οι δημοσκοπήσεις των πρώτων ημερών προέβλεπαν ιστορικών διαστάσεων ήττα και συρρίκνωση των ποσοστών των Εργατικών. Πολλοί βουλευτές του ήταν έτοιμοι να τον κατασπαράξουν, θέτοντας και πάλι θέμα ηγεσίας σε περίπτωση ταπεινωτικής ήττας.
Ωστόσο, ο αρχηγός των Εργατικών (που χαρακτηρίζεται από τους αντιπάλους του ως ακροαριστερός, παρωχημένος ακτιβιστής) ξεπέρασε κάθε προσδοκία και κατάφερε να αυξήσει τις έδρες του κόμματός του. Αναμφίβολα, οι Εργατικοί ωφελήθηκαν από τα στραβοπατήματα των Τόρις. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι ο Κόρμπιν παρουσίασε ένα αν όχι πιο ηγετικό, σίγουρα περισσότερο ενωτικό προφίλ από τη Μέι, έκανε μια θετική εκστρατεία (εστίασε στην κοινωνική πολιτική) και εδραίωσε τη θέση του στην αρχηγία του κόμματος. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, η Τερίζα Μέι ποντάρισε στο Brexit, το οποίο ανήγαγε σε αποκλειστικό διακύβευμα των εκλογών. Στον αντίποδα, ο Τζέρεμι Κόρμπιν ξεκαθάρισε από την αρχή ότι αυτές δεν είναι οι «εκλογές του Brexit» δίνοντας βαρύτητα σε θέματα όπως το κράτος πρόνοιας. Στα αυξημένα ποσοστά του κόμματος συνέτεινε ασφαλώς και η μεγάλη συμμετοχή των νέων στην εκλογική διαδικασία (προσέγγισε το 72% στις ηλικίες 18-25), οι οποίοι στην πλειονότητά τους τάχθηκαν υπέρ των Εργατικών. Αντιθέτως, οι πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις φαίνεται ότι δεν έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος.
Σε κάθε περίπτωση, το σοκ της κάλπης προκαλεί πολιτική αβεβαιότητα στη Βρετανία στην πιο κρίσιμη στιγμή: σε εννέα ημέρες είναι προγραμματισμένο να αρχίσουν οι ιστορικές διαπραγματεύσεις για το Brexit, οι οποίες θα διαμορφώσουν το μέλλον της χώρας τις επόμενες δεκαετίες.
«Ακόμη και αν η Μέι επιβιώσει από τα πυρά που ήδη άρχισαν να εξαπολύουν εναντίον της ηγετικά στελέχη των Συντηρητικών, έχει πλέον απολέσει την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος ως προς τις επερχόμενες διαπραγματεύσεις» λέει στα «ΝΕΑ» ο Δημήτρης Γιαννουλόπουλος, αντιπρύτανης και καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Μπρουνέλ του Λονδίνου.
Στις Βρυξέλλες ήδη διερωτώνται εάν η Τερίζα Μέι θα μπορέσει να ολοκληρώσει τις συνομιλίες που θα αρχίσει σε λίγες ημέρες. Ουδείς γνωρίζει. Σύμφωνα, πάντως, με τους «Τάιμς», στην πραγματικότητα, η αρχηγός των Συντηρητικών είναι απίθανο να ανακάμψει πλήρως. Ανεξάρτητα από τους αριθμούς, η πεποίθηση ότι έχει αποδυναμωθεί, κάνει λάθη και δεν έχει μαζί της τον κόσμο θα τη στοιχειώνει για πάντα.