Ενα βράδυ πριν από λίγο καιρό ο Παντελής Βούλγαρης άρχισε να κουβεντιάζει για το ελληνικό τραγούδι με τη σύζυγό του, τη γνωστή συγγραφέα Ιωάννα Καρυστιάνη. Τα ονόματα έπεφταν βροχή ξεκινώντας από τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι. Κάποια στιγμή μέτρησαν περίπου 45 δημιουργούς στους οποίους πρέπει να οφείλουμε ευγνωμοσύνη. Αυτό που αφηγείται ο καταξιωμένος σκηνοθέτης στα «ΝΕΑ» φωτογραφίζει τη σχέση του με τη μουσική. Οχι όπως έχει περάσει μέσα από τις ταινίες του –η σύνθεση του Σπανουδάκη στα «Πέτρινα χρόνια» με το κλαρίνο του Βασίλη Σαλέα και ο «Τραγουδιστής» του Σαββόπουλου στο «Happy day» έχουν περάσει προ πολλού στο συναισθηματικό μας αρχείο –αλλά όπως εκείνος συνδέθηκε μαζί της.
ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ. Αυτή τη διαρκή συνομιλία του με την ελληνική μουσική, πότε μέσα από τον κινηματογράφο του και πότε μέσα από τις προσωπικές του επιλογές, ο Παντελής Βούλγαρης τη μοντάρει για να την παρουσιάσει από τις 11 Δεκεμβρίου στο θέατρο Διάνα. Η δράση –αν και το τελικό σενάριο δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί -τοποθετείται σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Δύο τραγουδιστές και μια μπάντα που περιλαμβάνει έξι μουσικούς περιμένουν να φθάσει το τρένο. Η καθυστέρησή του γίνεται η αφορμή για να ξεδιπλωθεί η παράσταση με αφηγητή τον Οδυσσέα Ιωάννου (ο οποίος υπογράφει και τα κείμενα) και τραγουδιστές τον Χρήστο Θηβαίο και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Με τον τελευταίο, όπως εξηγεί ο Παντελής Βούλγαρης, γνωρίζονται εδώ και χρόνια. Κάποια στιγμή στο παρελθόν σχεδίαζαν κάτι στην Κύπρο αλλά τελικά δεν τα κατάφεραν. Τώρα φαίνεται ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να συναντηθούν καλλιτεχνικά. Δεν σκέφτηκε πολύ την απάντησή του ο γνωστός σκηνοθέτης, όταν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου τού ανέπτυξε την ιδέα: «Μου αρέσει πολύ η μουσική και κυρίως η ελληνική. Η παράσταση αυτή έχει ως αφετηρία το 1974 και φθάνει μέχρι σήμερα. Σαράντα χρόνια δηλαδή μετά τη Μεταπολίτευση». Αυτή η διαδρομή για τον Παντελή Βούλγαρη είναι ένα ταξίδι με τους καταπληκτικούς, όπως τους χαρακτηρίζει, συνθέτες και στιχουργούς. «Πάντα υποστήριζα ότι αυτοί είναι καλύτεροι σκηνοθέτες από μας που κάνουμε ταινίες, γιατί καλούνται μέσα σε τρία λεπτά να αφηγηθούν ιστορίες, σχέσεις ανθρώπων, ψυχισμούς και ευαισθησίες. Αυτό το ταξίδι, η συγκεκριμένη πορεία του ελληνικού τραγουδιού, με συγκινεί πολύ και νιώθω ευγνωμοσύνη. Αυτό θα προσπαθήσω να υποστηρίξω στην παράσταση που για να είμαι ειλικρινής ακόμη δεν έχει πάρει την τελική της μορφή. Βρισκόμαστε στο σημείο της ζύμωσης, καταθέτουμε ιδέες για να φθάσουμε στο τελικό σενάριο».
ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΣΥΝΘΕΤΕΣ. Αν έφτιαχνε μια εικόνα για το ελληνικό τραγούδι στον κινηματογραφικό του φακό, ο Παντελής Βούλγαρης θα έβαζε υλικά «από τον τόπο του»: φως, αεράκι, θάλασσα και βουνά. Το πιο σημαντικό σε ένα τέτοιο πλάνο, τονίζει, είναι τα ανθρώπινα πρόσωπα που περιγράφονται, είτε αυτό το επιδιώκει ο δημιουργός είτε όχι. Ποιο είναι εκείνο το τραγούδι που κινηματογραφεί τον ίδιο; «Βρίσκουμε πάντα ένα κομμάτι του εαυτού μας –και αυτό δεν συμβαίνει μόνο μ’ εμάς που αγαπάμε τη μουσική –σε κάποιο τραγούδι. Υπάρχουμε σε μια νότα ή σε έναν στίχο».
Το τραγούδι έχει μια θέση στη ζωή του Παντελή Βούλγαρη σχεδόν παράλληλη με τον κινηματογραφικό του φακό. «Η δική μου γενιά είναι ευτυχισμένη. Μπορεί να μεγαλώσαμε σε ένα σχολείο συντηρητικό αλλά “δίπλα” μας υπήρχε η μουσική του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, του Διονύση (Σαββόπουλου), του Ξαρχάκου, του Μαρκόπουλου. Μάθαμε γράμματα μέσα από την ελληνική μουσική. Ενα τραγούδι σε στίχους του Γιάννη Ρίτσου μάς έστελνε στην περιπέτεια να ανακαλύψουμε ποιος είναι ο ποιητής. Γιατί αυτό δεν το διδασκόμασταν ούτε στα σπίτια μας ούτε στα σχολεία. Το ταξίδι της γνώσης και της αντίληψης του τι είναι ο τόπος την οφείλουμε στο ελληνικό τραγούδι. Αυτό είναι το όφελός μας».
Την περίοδο της εφηβείας και της νεότητάς του τη συνδέει με την παρουσία των μεγάλων συνθετών που τον πήραν από το χέρι, όπως λέει, και τον έβαλαν μέσα στον τόπο και στα προβλήματα των ανθρώπων. Ταυτόχρονα εξαίρει και τη συμβολή των δημιουργών εκείνης της εποχής τόσο στον κινηματογράφο όσο και στο θέατρο. «Οφείλω πολλά στον Μιχάλη Κακογιάννη, στον Κάρολο Κουν, στον Νίκο Κούνδουρο. Αυτοί ήταν οι δάσκαλοι, όπως ήταν και ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Αναγνωστάκης. Αν αρχίσω να λέω ονόματα θα πρέπει να πω πολλά. Από λέξη σε λέξη, από νότα σε νότα δημιουργήσαμε τον ψυχισμό μας». Πολλά είναι τα τραγούδια που αγάπησε και τον συντρόφευσαν στη ζωή του και στις στιγμές της δημιουργίας του. Ομως ο Παντελής Βούλγαρης ομολογεί ότι λίγες είναι οι φορές που θυμάται απέξω στίχους και τα ονόματα των συνθετών. «Εδώ όμως για μένα βρίσκεται η μαγεία του τραγουδιού. Δεν χρειάζεται να έχεις τα πιστοποιητικά των ανθρώπων που το δημιούργησαν. Κρατάς την εικόνα τους μέσα από το ραδιόφωνο ενός κινητού, μέσα σε ένα πρωινό που ετοιμάζεσαι να πας στη δουλειά σου ή μια δύσκολη στιγμή που αντιμετωπίζεις προβλήματα. Αυτή είναι η αξία ενός σπουδαίου τραγουδιού».
ΟΣΚΑΡ, ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ. Και ενώ βρίσκεται σε πυρετώδη προετοιμασία για τη νέα θεατρική του δουλειά, η «Μικρά Αγγλία» βρίσκεται ήδη σε οσκαρική τροχιά (είναι η ελληνική πρόταση στη «μακρά λίστα» των υποψηφιοτήτων της Ακαδημίας για το βραβείο καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας), ενώ παράλληλα κάνει τη διαδρομή της στα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ. Πριν από λίγες ημέρες η ταινία έκλεισε το Φεστιβάλ Καΐρου και όπως λέει ο δημιουργός της: «Και οι άλλες είχαν ευκαιρίες σε ξένα φεστιβάλ αλλά νομίζω ότι αυτή έχει αγαπηθεί περισσότερο από τον κόσμο. Αυτό μπορώ να πω από τις αντιδράσεις που υπάρχουν μέχρι τώρα». Ο γνωστός κινηματογραφιστής νιώθει, όπως λέει, τιμή που εκπροσωπεί τον τόπο και τον ελληνικό κινηματογράφο. Ομως επισημαίνει: «Η ιστορία των Οσκαρ είναι πολύ δύσκολη –σχεδόν ανέφικτη. Ολη η τέχνη και οι ανθρώπινες προσπάθειες έχουν ένα στοίχημα. Αυτό το στοίχημα το υπηρετώ με συνέπεια και ψυχραιμία. Είμαι πενήντα χρόνια σε αυτή την δουλειά, δεν είμαι στα ξεκινήματά μου…».
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.