Ενας βρικόλακας με τη μορφή τού – θρυλικού – Μπόρις Κάρλοφ εισβάλλει σε ένα σπίτι και… βαμπιρίζει όλη την οικογένεια. Ανέπαφη μένει μόνο μια όμορφη κοπέλα. Που έχει τη μορφή της Σταρ Ελλάς του 1954 και της πέμπτης επιλαχούσας στον Διαγωνισμό για τη Μις Υφήλιο της ίδιας χρονιάς, Ρίκας Διαλυνά.

Οπως και στα «Τέρατα», πλάι στον Βιτόριο Γκάσμαν ή ως φάντασμα στην «Ιουλιέτα των πνευμάτων» του Φεντερίκο Φελίνι, η ελληνίδα ηθοποιός, ζωγράφος και συγγραφέας πλέον θυμάται ακόμη τον Κάρλοφ στο «Black Sabbath» (για την ιστορία: από την ταινία του 1963 πήρε το όνομά του το ροκ συγκρότημα). «Αν δεν είχα τις φωτογραφίες στο βιβλίο μου «Ισως ήταν μόνο όνειρο» με όλους αυτούς» λέει σαν να μονολογεί, «θα πίστευα ότι ήταν όνειρα όλα αυτά».

Τη Ρίκα Διαλυνά τη βρήκαμε στην Ερμιόνη, σε διακοπές. Να ετοιμάζεται να επιστρέψει στην Αθήνα για να αρχίσει αυτές τις ημέρες πρόβες για ένα σχέδιο του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο την ξαναφέρνει ύστερα από πολλά χρόνια στο σανίδι. «Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ» του μεγάλου Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, σε σκηνοθεσία Αντζελας Μπρούσκου (που περιοδεύει στην Αττική με τις επιδαύριες «Βάκχες», στις οποίες αίσθηση προκάλεσε ο Διόνυσος – Αγλαΐα Παπά). Με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, κεντρική στο καστ.

Ομως η συμμετοχή της Ρίκας Διαλυνά είναι που προκαλεί. Εκπληξη και σχόλια. «Παρότι είχα σταματήσει από πολλά χρόνια το θέατρο, όταν μου έκαναν την πρόταση από το Εθνικό συγκινήθηκα. Είχα βγάλει και τη Σχολή του Εθνικού. Πραγματικά κολακεύτηκα. Το θεώρησα τιμητικό και δεν μπόρεσα να αρνηθώ. Μου αρέσει πολύ που θα είναι η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη» σχολιάζει η ηθοποιός, την οποία πριν από μερικά χρόνια είδαμε σε ρόλο τρελούτσικης μάνας στο σίριαλ «Η ώρα η καλή» του Mega.
Από την τελευταία φορά που θέλει να θυμάται το σανίδι, το 1972 με το «Τι 30, τι 40, τι 50» δίπλα στο Λάμπρο Κωνσταντάρα, όπως και στην ομότιτλη ταινία από την οποία της… έμεινε η ατάκα «Γιατί, Λαμπρούκο μου», έχει αρνηθεί πολλάκις, λέει. «Με μεγάλη ευκολία. Ηλπιζα ότι οι άλλοι θα μπορούσαν να με δουν διαφορετικά. Ομως δυστυχώς δεν σε βλέπουν διαφορετικά. Παίρνουν από αυτό που έχεις κάνει στο παρελθόν και σου ζητούν το ίδιο, γι" αυτό και μου πρότειναν ρόλους σαχλούς τους οποίους αρνιόμουν». Και στο θέατρο και στον – ελληνικό – κινηματογράφο, τότε, παλιά, είχε υποκύψει, είναι η αλήθεια. Δεν είναι εκείνο για το οποίο περηφανεύεται ο «Λόρδος Βύρωνας», που παίχτηκε στο Λυκαβηττό. Ή οι ταινίες «Και το πρώτο καμάκι» και «Περάστε, φιλήστε τελειώσατε» τη δεκαετία του 1980 και των αχαλίνωτων βιντεοταινιών.

Τώρα; «Είναι σαν να αρχίζω από την αρχή την καριέρα μου με την ίδια αγωνία» λέει στα «ΝΕΑ». «Ο ρόλος μου είναι σχετικά μικρός, αλλά είναι και μεγάλη η ευθύνη του γιατί σε μικρό χρόνο πρέπει να δείξεις πολλά».
Τώρα είπε το ναι σε ένα «έργο με πολύ ενδιαφέρον. Δεν το είχα ξαναδεί όταν είχε ξανανέβει με μεγάλη επιτυχία. Η ηρωίδα προφανώς από κάποια απογοήτευση που πέρασε με τον άντρα της αλλάζει το είναι της και πάνω σε αυτή την αλλαγή της έρχεται πιο φυσικό να αγαπήσει μια κοπέλα». Παλιάς σχολής. Λέει ακόμη κοπέλα. Με μια συστολή.
Δεν είναι πολύ δραματικό αυτό; «Είναι μέσα στην πραγματικότητα όμως. Οταν φτάνεις στα άκρα, όπως φτάνει αυτή η γυναίκα που έχει αγαπήσει και ερωτευθεί τον άντρα της, περνάς σε κάτι σαν τρέλα. Κάπου θέλει να δώσει την αγάπη της με την ελπίδα ότι θα περάσει τη ζωή της πιο καλά».

Αυτό δεν γίνεται χυδαία, παρατηρεί για τα «Πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ», που είχαν κάνει το 1972 το άστρο της Χάνα Σιγκούλα να λάμψει εκτυφλωτικά και πολλούς να δακρύσουν. Ισως και να σκανδαλιστούν. «Οταν ένα έργο είναι καλά παιγμένο και ανεβασμένο και δεν πλησιάζει τη χυδαιότητα μπορεί να περάσει πάρα πολύ καλά στο σημερινό κοινό. Πιστεύω πάρα πολύ στο πώς θα δοθεί. Είναι ένα έργο τολμηρό. Οπωσδήποτε».
Το θέατρο ήταν πάντα η μεγάλη της αγάπη. Κι όμως το άφησε. «Με είχαν συνδέσει με λάθος ρόλους. Με έβλεπαν περισσότερο εξωτερικά παρά σαν δουλειά στο θέατρο. Και δεν ήθελα να το συνεχίσω. Εκτοτε προτιμούσα να βλέπω κακές παραστάσεις παρά καλές, για να μην μελαγχολώ. Είχα κάνει μια προσευχή να με βοηθήσει να μην πονάω που δεν ασχολούμαι πια με το θέατρο».
Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ. Από μικρή, στην Κρήτη, δεν την ενδιέφερε όμως μόνο αυτό. Αλλά πρώτα η ζωγραφική. Οι διόλου έγκυρες διαδικτυακές πληροφορίες τη θέλουν μαθήτρια του Πάμπλο Πικάσο. «Είναι λάθος. Τον είδα μια φορά τον Πικάσο στην Αμερική επειδή ήταν φίλος του Μπότη Θαλασσινού, αλλά καμία σχέση. Δάσκαλός μου ήταν ο Γιάννης Μόραλης και έφτασα να ασχοληθώ επαγγελματικά με τη ζωγραφική. Μέχρι και πέρυσι έκανα εκθέσεις».

Στη Σχολή Καλών Τεχνών, θυμάται, έφτασε με ένα… κόλπο. «Είχα δώσει εξετάσεις και είχα μπει στη Σχολή, αλλά δεν το ήξεραν οι δικοί μου. Δεν το άντεχε αυτό η κοινωνία της εποχής. Προφασίστηκα ότι πονάει διαρκώς το κεφάλι μου και πήγαινα στους γιατρούς. Ετσι ήρθα στην Αθήνα με τη μητέρα μου και είπα στον θείο μου, που βοηθούσε πάντα τα ανίψια, ότι οι πονοκέφαλοι είναι ψέματα και τους προφασίζομαι επειδή θέλω να σπουδάσω. Ανέλαβε να το πει στους γονείς μου και με βοήθησε. Την ίδια περίοδο, ένας γνωστός της θείας μου πήρε μια φωτογραφία μου δίχως να το ξέρουμε και την έδωσε στην «Απογευματινή». Δεν περίμενα ότι από εκεί θα κατέληγα στα Καλλιστεία. Ως παιδί ήμουν πολύ άσχημο. Ετσι κατέληξα στον διαγωνισμό και στη συνέχεια στην Αμερική, ως Σταρ Ελλάς. Στην Αμερική, που ήταν όνειρό μου επίσης».

Ο ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ. Οσο σπούδαζε ακόμη στη Σχολή Καλών Τεχνών, η Ρίκα Διαλυνά έγραφε γράμματα στον Μενέλαο Λουντέμη (ήταν και το «Ενα παιδί μετράει τ" άστρα» μπεστ σέλερ της εποχής, βλέπετε) και τα φύλαγε σε ένα συρτάρι. «Στη σχολή έλεγα συνέχεια για τον Λουντέμη και τον Λουντέμη. Μια μέρα μου λέει ένας συμφοιτητής μου ότι γίνεται μια κλειστή συγκέντρωση απέναντι από το Πολυτεχνείο και εκεί θα είναι και ο Λουντέμης και μπορεί να μου τον γνωρίσει. Περίμενα απ" έξω όταν ήρθε ένας καλοντυμένος κύριος και με ρώτησε «Τι κάνεις εδώ;». «Περιμένω τον κύριο Λουντέμη» του αποκρίθηκα και έφυγε. Οταν με φώναξε ο συμφοιτητής μου και μου γνώρισε τους δέκα συνδαιτυμόνες, ανακάλυψα ότι ο κύριος ήταν ο Μενέλαος Λουντέμης!

»Κάποια στιγμή, όταν του εξήγησα ότι ζωγραφίζω, μου είπε: «Βγαίνει το βιβλίο μου «Κραυγή στα πέρατα» και θέλω να μου σχεδιάσετε εσείς το εξώφυλλο. Αρχικά λέγαμε να κάνω μόνο ένα  περίγραμμα. Του λέω: «Να προσθέσουμε κι ένα χέρι με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο». Ολο το βράδυ το ετοίμαζα. Είχα το χέρι της εξαδέλφης μου για μοντέλο. Του το πήγα στην Ομόνοια όπου είχε το γραφείο του και έβγαλε 500 δραχμές να μου δώσει. Ηταν πάρα πολλά εκείνη την εποχή. Του είπα: «Ευχαριστώ, αλλά δεν θα τα πάρω, η τέχνη δεν θέλει λεφτά. Το μόνο που θέλω είναι να μπει το όνομά μου». Και όντως μπήκε «από τη δεσποινίδα Ρίκα Διαλυνά» στην ποιητική συλλογή».