Ο Χανς Τσεετμάιερ είναι εμποτισμένος με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό όσο λίγοι Γερμανοί. Είναι Βαυαρός, που σημαίνει ιδιαίτερες σχέσεις με τη σημερινή Ελλάδα. Στην αποκατάσταση των σχέσεων αυτών και στην ανάπτυξη της Ελλάδας θέλει να συμβάλει και ως πρόεδρος του Ιδρύματος Χανς Ζάιντελ της Χριστιανοκοινωνικής Ενωσης της Βαυαρίας με τα επίσημα εγκαίνια της αντιπροσωπείας του Ιδρύματος στην Αθήνα.
H υποδοχή στα γραφεία του Ιδρύματος Χανς Ζάιντελ, στη Λάτζαρετ Στράσε στο Μόναχο, ήταν θερμή, φιλική. Με ένα πλατύ «καλημέρα» χωρίς καν προφορά, ο Χανς Τσεετμάιερ συμπλήρωσε ιδιοχείρως στα ελληνικά την πρόσκληση για τα εγκαίνια της αντιπροσωπείας του ιδρύματος στην Αθήνα που θα γίνουν τη Δευτέρα 13 Μαΐου με κύριο ομιλητή τον Πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά. Ο Χανς Τσεετμάιερ χρησιμοποιεί πολυτονικό. «Η ακρίβεια φαίνεται από την υπογεγραμμένη», λέει. Είναι μια ρήση που γνωρίζουν καλά οι Γερμανοί με κλασική αρχαιοελληνική παιδεία, όπως ο Τσεετμάιερ. Φρόντιζε να διορθώνει πάντα την υπογεγραμμένη όταν ήταν καθηγητής για δέκα χρόνια στο Γυμνάσιο Ντομ του Φράιζινγκ. Στο ίδιο γυμνάσιο είχε διδαχθεί πέντε χρόνια Αρχαία Ελληνικά. Τα σπούδασε και στο πανεπιστήμιο για να διαβάζει Πλάτωνα και Δημοσθένη «από πρώτο χέρι» και όχι μέσα από τα λατινικά. Η υπογεγραμμένη ως σύμβολο της ακρίβειας είναι το Αλφα και το Ωμέγα, λέει, χρησιμοποιώντας το ελληνικό αλφάβητο, όχι το γερμανικό.
Σήμερα το ενδιαφέρον για τα Αρχαία Ελληνικά είναι μειωμένο, αλλά η Βαυαρία παραμένει η ομόσπονδη χώρα της Γερμανίας με τα περισσότερα γυμνάσια όπου διδάσκονται Αρχαία Ελληνικά. Γι’ αυτό φρόντισε και ο ίδιος, ως υπουργός Παιδείας της Βαυαρίας από το 1986 μέχρι το 2003. Εδινε άδεια για τμήματα Αρχαίων Ελληνικών ακόμη και με έξι μαθητές, όταν ο κανόνας ήταν τουλάχιστον για 12. «Ηθελα να διατηρηθούν τα Αρχαία Ελληνικά, διότι η Βαυαρία έχει ιδιαίτερους ιστορικούς δεσμούς με την Ελλάδα», λέει ο Τσεετμάιερ. Είναι ο Οθωνας, είναι η Αθήνα του Iζαρ –έτσι λέγεται το Μόναχο με το ομώνυμο ποτάμι που το διασχίζει -, είναι και οι 30.000 έλληνες μετανάστες που ζουν στην ευρύτερη περιοχή του Μονάχου. Ως υπουργός φρόντισε επίσης να διατηρηθούν οι πανεπιστημιακές έδρες Αρχαίων Ελληνικών αλλά και Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Μόναχο και να δημιουργηθεί μία ακόμη στο Πανεπιστήμιο του Ρέγκενσμπουργκ. Με δική του προσπάθεια ιδρύθηκε και Ινστιτούτο Ορθόδοξης Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Ο ίδιος έδωσε μάχη για να αποδοθεί ο ιστορικός Ναός του Σωτήρος, Σαλβάτορ-κίρχε, στην Ορθόδοξη Μητρόπολη και για την προσφορά του αυτή παρασημοφορήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Τα Αρχαία Ελληνικά τον βοήθησαν και στο Αγιον Ορος. «Με τον ηγούμενο συνεννοηθήκαμε άψογα επί ώρες, γεγονός που έφερε άφθονο, εξαιρετικό κρασί στο τραπέζι».
Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΜΜΕ. Ο Τσεετμάιερ είναι ένα κλασικό παράδειγμα Γερμανού που μέσα από τον ουμανισμό του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και τον ρομαντισμό του ποτέ δεν θα ήθελε να έχει εχθρό την Ελλάδα. Η τραγικότητα της σημερινής συγκυρίας, λέει, είναι ότι έχουμε μια κρίση χρέους που είναι ταυτόχρονα και «η ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε ότι η Ελλάδα είναι γενέτειρα της δημοκρατίας».
Και τι σκέφτεται ένας Γερμανός εμποτισμένος με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και με τέτοια σχέση με την Ελλάδα όταν διαβάζει στη «Μπιλντ» τον τίτλο «Πουλήστε την Ακρόπολη»; «Να το σκέφτεσαι και μόνο είναι πνευματικό αμάρτημα! Να το διατυπώνεις είναι αδιανόητο!» λέει ο Τσεετμάιερ. Θεωρεί ότι τα ΜΜΕ έχουν μεγάλη ευθύνη για την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας. Τον ενοχλούν και οι επιθέσεις κατά της Καγκελαρίου Μέρκελ –«είναι εντελώς αδικαιολόγητες», λέει, κυρίως από μια εφημερίδα που λέγεται «Δημοκρατία». Πολύ περισσότερο όταν είναι οφθαλμοφανές ότι η σημαντικότερη βοήθεια για την Ελλάδα προέρχεται από τη Γερμανία και η Βουλή εγκρίνει τη βοήθεια αυτήν «επειδή η Καγκελάριος ρίχνει το προσωπικό της ειδικό βάρος».
Αλλά η κρίση έφερε την αποξένωση μέσα στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Στην υπέρβασή της και στη βελτίωση των ελληνογερμανικών σχέσεων θέλει να συμβάλει και το Ιδρυμα Χανς Ζάιντελ, που διευθύνει ο Τσεετμάιερ. Τα ιδρύματα των πολιτικών κομμάτων θεσπίστηκαν στη Γερμανία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην Ελλάδα είχαν αντιπροσωπείες μέχρι και τη δεκαετία του ’90, ενώ επανήλθαν τώρα με ενισχυμένη οικονομική υποστήριξη που έδωσε η κυβέρνηση Μέρκελ. Δεν κάνουν κομματική, αλλά πολιτική δουλειά. «Δεν πηγαίνουμε στην Ελλάδα ως στρατιώτες της Χριστιανοκοινωνικής Ενωσης. Εχουμε τη δική μας πολιτική αποστολή. Ορίζεται από τη χριστιανική μας αφετηρία και τον στόχο για τη δημοκρατία, την ελευθερία και την ανάπτυξη. Στην Ελλάδα, βεβαίως, στόχος μας δεν είναι η δημοκρατία και η ελευθερία, αλλά θέλουμε να συμβάλουμε στην ανάπτυξη».
Ενα βασικό εργαλείο είναι η αποκέντρωση, γι’ αυτό και δίνεται ιδιαίτερο βάρος στην υποστήριξη της συνεργασίας των περιφερειών μέσω της Ελληνογερμανικής Συνέλευσης. Συνειδητά επίσης το Ιδρυμα Χανς Ζάιντελ επέλεξε να απασχολήσει στο γραφείο της Αθήνας αποκλειστικά έλληνες συνεργάτες, με διευθύντρια την Τζένη Καπέλου. Στο επίπεδο της πρακτικής συνεργασίας το Ιδρυμα εστιάζει στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, αλλά είναι ανοιχτό για οποιαδήποτε επαφή σε πολιτικό επίπεδο.
Σχόλια







