Το πρωί της 21ης Απριλίου 1967 η μητέρα του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα πήγε, από την Καισαριανή, στο σπίτι όπου ο φωτορεπόρτερ έμενε με τη σύζυγό του, στο Παγκράτι. «Μόλις της άνοιξε η γυναίκα μου της είπε: “Πες στον Αρη να μην πάει για δουλειά, κυκλοφορούν τανκς στους δρόμους”». Τα πράγματα –θυμάται ο Σαρρηκώστας –ήταν ώριμα για το πραξικόπημα των στρατηγών με τις ευλογίες του παλατιού. «Υπέθεσα ότι το κίνημα είχε ξεκινήσει και με την υπηρεσιακή κυβέρνηση Κανελλόπουλου. Πετάχτηκα από το κρεβάτι, ντύθηκα γρήγορα και ξεκίνησα για το γραφείο διότι για πρώτη φορά είχα αφήσει τον φωτογραφικό εξοπλισμό εκεί».
Στην Πλατεία Παγκρατίου όμως, ο φωτορεπόρτερ του Ασοσιέιτεντ Πρες έπεσε πάνω σε κλοιό αστυνομικών και στρατιωτών που έδιωχναν τον κόσμο από την αφετηρία των τρόλεϊ, λέγοντας: «Φύγετε δεν έχει δουλειά σήμερα, γυρίστε σπίτια σας». Ο Σαρρηκώστας ζήτησε να του επιτρέψουν να μιλήσει με τον επικεφαλής.
«Με άφησαν και μόλις γύρισαν την πλάτη, συνέχισα για το γραφείο που ήταν τότε στην Κολοκοτρώνη. Ανηφόριζα την Καραγεώργη Σερβίας όταν, κοιτώντας μέσα από τον τηλεφακό μου τη Βουλή, είδα κάτι που με πάγωσε. Σε ένα από τα μπαλκόνια της δύο φαντάροι είχαν στήσει ένα μυδράλιο. Σε κλάσματα δευτερολέπτου σημάδεψα και τράβηξα μερικά καρέ. Αμέσως έκρυψα τη μηχανή και κατευθύνθηκα προς την πλατεία.
Με έπιασαν όμως δύο αστυφύλακες. Μου ζήτησαν μηχανές και φιλμ. Τους είπα ψέματα ότι δεν είχα προλάβει να φωτογραφίσω. Ξεκίνησαν να με πάνε στο Αστυνομικά Τμήμα της οδού Λέκκα. Για καλή μου τύχη όμως λίγο πριν διασταυρωθήκαμε με έναν αρχιφύλακα που με είχε δει σε παλαιότερες πορείες. “Αφήστε τον σε μένα, θα τον πάω εγώ” τους είπε. Αντ’ αυτού με άφησε να φύγω για να πάω σπίτι. Πήγα στο γραφείο για να στείλω τις φωτογραφίες. Η χούντα των συνταγματαρχών όμως είχε κόψει τις τηλεπικοινωνίες.
Ενας τρόπος υπήρχε μόνον. Πήγα στο Δυτικό Αεροδρόμιο, που κι αυτό αστυνομοκρατείτο. Μια πτήση υπήρχε, για τη Ρώμη. Στήθηκα πλάι στα γκισέ. Κοίταζα τα πρόσωπα των επιβατών για να επιλέξω κάποιον που θα ένιωθα ότι μπορούσα να του εμπιστευθώ τις φωτογραφίες. Εντόπισα έναν νεαρό, ψηλό, γύρω στα 25. Του έδειξα την ταυτότητά μου και του εξήγησα τι ήθελα. Δέχθηκε υπό την προϋπόθεση ότι θα του πήγαινα τον φάκελο με τις φωτογραφίες στη σκάλα του αεροπλάνου. Βγήκα από το κτίριο και έφθασα ώς την αίθουσα VIP. Τρύπωσα και μέσα από τις κουρτίνες περίμενα το λεωφορείο το οποίο θα μετέφερε τους ταξιδιώτες για Ρώμη στο αεροσκάφος. Οταν έφθασε, άνοιξα την πόρτα, βγήκα στην πίστα και πλησίασα τον νεαρό, προσποιούμενος κι εγώ τον επιβάτη. Στα μουλωχτά τού έδωσα τον φάκελο με το υλικό που είχα τραβήξει και έφυγα».
Από το γραφείο πια, ο Σαρρηκώστας ενημέρωσε συνάδελφό του στη Ρώμη, έδωσε την περιγραφή του νεαρού και ο ιταλός φωτορεπόρτερ περίμενε τον έλληνα νεαρό στο αεροδρόμιο της ιταλικής πρωτεύουσας. Η φωτογραφία με τους φαντάρους και το πολυβόλο σε μπαλκόνι της ελληνικής Βουλής έκανε τον γύρο του κόσμου.
ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000