Το 1988, έναν χρόνο πριν από τις κοσμοϊστορικές αλλαγές με την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη, η Ελλάδα διανύει τη δεύτερη τετραετία διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, ο κόσμος γεμίζει τα κέντρα χορεύοντας ζεϊμπέκικα και τσιφτετέλια φορώντας σακάκια με βάτες, αν και οι πρώτοι βασικοί αρμοί ελαφροποίησης του λαϊκού ρεπερτορίου έχουν μπει, τότε πρωταγωνιστούν στις πίστες οι Βοσκόπουλος, Λευτέρης Πανταζής και Δημήτρης Κοντολάζος.
Κι όμως, ένας κύριος από τα παλιά, επιστρέφει με έναν αμιγώς λαϊκό δίσκο που ταυτόχρονα σηματοδοτεί και τη δική του επιστροφή από διάφορες εταιρείες στη «μάνα» Κολούμπια και μάλιστα με τη μεσολάβηση ενός στιχουργού, του Λευτέρη Χαψιάδη: ο Μανώλης Αγγελόπουλος, που έχει ώς τότε διατρέξει τη δική του πορεία από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, με δεκάδες σουξέ – ο μόνος που έθεσε υπό αμφισβήτηση τη μονοκρατορία του Στέλιου Καζαντζίδη σε πωλήσεις και γκελ – δίνει το δικό του «παρών».
Εκείνη λοιπόν τη χρονιά ο τσιγγάνος ερμηνευτής, που νωρίτερα έχει συμμετάσχει στις ιστορικές συναυλίες του περιοδικού «Ντέφι» στον Λυκαβηττό -, γράφει έναν δίσκο με μπόλικα σουξέ αλλά και με ένα τραγούδι που «χαλάει» την ατμόσφαιρα του γλεντιού και πραγματεύεται με τον βαρύ ήχο του – ναι, για ζεϊμπέκικο μιλώ – και τον φιλοσοφημένο και δραματικό στίχο του – διά χειρός του ζωγράφου και στιχουργού Ανδρέα Σπυρόπουλου – τον θάνατο και τη ματαιότητα της ζωής. Τη «Μολυβιά».
«Μια μολυβιά μέσα στης μοίρας το τετράδιο/ είν’ η ζωή, είν’ η ζωή του καθενός/ μια γομολάστιχα ο θάνατος και αύριο/ σε μια στιγμή τα πάντα γίνονται καπνός».
Το τραγούδι «Μολυβιά», βαθιά υπαρξιακό, περιγράφει τη θνητότητα, το εφήμερο και δεν πραγματεύεται καθόλου κάποιο ερωτικό θέμα όπως μεγάλο κομμάτι του λαϊκού μας τραγουδιού εκείνα τα χρόνια. Και με έναν παράξενο τρόπο ο Μανώλης Αγγελόπουλος που το ερμήνευσε και το συμπεριέλαβε στον δίσκο του «Ελληνας Είμαι», αρχικά δυσανασχέτησε με τον δραματικό στίχο, τον οποίο χαρακτήρισε γλαφυρά και «γρουσούζικο».
«Γρουσούζικο τραγούδι κουμπαράκι, για θάνατο μιλάει», είπε μάλιστα μέσα στα στούντιο της Κολούμπια στον στιχουργό Λευτέρη Χαψιάδη, υπεύθυνο της μεταγραφής του τσιγγάνου βάρδου – με τις ερμηνευτικές ικανότητες – από την εταιρεία Music Box στην Κολούμπια εκείνη την εποχή.
Μάλιστα, λίγο μετά δήλωσε πως δεν θα το ηχογραφούσε αν και τελικά άλλαξε γνώμη και το είπε – έπειτα από παράκληση όλων.
Το παράξενο στην ιστορία δεν είναι πως ο Αγγελόπουλος είχε επιφυλάξεις λόγω προλήψεων. Το δραματικό της ιστορίας είναι πως έξι μήνες μετά την ηχογράφηση της «Μολυβιάς», ο τραγουδιστής έφυγε από τη ζωή αφού υπέστη έμφραγμα στο αυτοκίνητό του καθώς πήγαινε για το κέντρο Ονειρο (της Εθνικής Οδού) όπου εμφανιζόταν με τη Χαρούλα Λαμπράκη και αφήνοντας τελικά την τελευταία του πνοή κατά τη διάρκεια εγχείρησης καρδιάς στο Λονδίνο στις 2 Απριλίου 1989.
Η «Μολυβιά», ζεϊμπέκικο βαρύ, συγκαταλέγεται στα πιο φιλοσοφημένα τραγούδια του μουσικού καμβά μας, πλάι θα λέγαμε και στο «Δυο Πόρτες έχει η Ζωή» του Στέλιου Καζαντζίδη και ξεχώρισε αμέσως από τον υπόλοιπο δίσκο.
Ετσι δεν είναι τυχαίο πως στην κηδεία του Μανώλη Αγγελόπουλου, την Πέμπτη 2 Απριλίου 1989, χιλιάδες άνθρωποι το τραγούδησαν πάνω από το φέρετρο, ενώ έπειτα από 24 χρόνια που πρωτοηχογραφήθηκε γνώρισε δεκάδες επανεκτελέσεις (νεότερη είναι εκείνη με τον Μανώλη Λιδάκη) και ακούγεται κάθε βράδυ στις πίστες μέχρι σήμερα σαν μια μικρή υπενθύμιση του μάταιου και της δικής μας ζωής.