Ας κάνουμε ένα φανταστικό σενάριο: Πείτε πως σας δίνετε η ευκαιρία να αποστείλετε στο Διάστημα έναν σκληρό δίσκο σε ένα διαστημόπλοιο που θα έλθει σε επαφή με εξωγήινους πολιτισμούς για να πάρουν μια γεύση από το λαϊκό μας τραγούδι. Και σας ζητείτε γι’ αυτό τον λόγο να διαλέξετε ορισμένα λαϊκά ελληνικά κομμάτια – αντιπροσωπευτικά και δημοφιλή – που θα θέλατε να ακούσουν οι εξωγήινοι.
Ποια θα ήταν αυτά; «Ζορμπάς», «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Φραγκοσυριανή», «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», είναι κάποια. Τραγούδια που έχουν ξεπεράσει τα σύνορα της Ελλάδας, είναι πολύ δημοφιλή παντού, έχουν κάνει τρελές πωλήσεις, έχουν ταυτιστεί με τον νεότερο πολιτισμό μας, είναι διαχρονικά και αποτελούν αιχμή του δόρατος της πολιτιστικής διπλωματίας μας στο πεδίο του τραγουδιού.
Ας επιλέξω κι εγώ ένα και πιστεύω δεν θα διαφωνήσετε, αφού από την πρώτη πενιά του ο ήχος είναι αναγνωρίσιμος και παραπέμπει σε μια από τις πιο εμβληματικές εικόνες του ελληνικού κινηματογράφου: Μιλώ για το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» του Μάνου Λοΐζου που μπορεί να έχει χιλιοπαιχτεί σε τουριστικές ταβέρνες και μαγαζιά, δεν παύει όμως να αποτελεί ένα συγκλονιστικό μουσικό θέμα που κινητοποιεί τα συναισθήματα και έχει πάρει την θέση του στο συλλογικό (πολιτιστικό) DNA μας.
Ας δούμε όμως πώς γράφτηκε το υπέροχο ζεϊμπέκικο – χωρίς στίχους – του Λοΐζου με αφορμή την ταινία «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού. Ενα ζεϊμπέκικο που ακούγεται στην περίφημη σκηνή όπου ο φαντάρος (Γιώργος Κουτούζης) χορεύει στην αρχετυπική ταβέρνα με τα τραπεζάκια με τους μουσαμάδες μπροστά από την Ευδοκία (Μαρία Βασιλείου) και ο χορός καταλήγει σε τρομερό καβγά.
Η «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού θα προβληθεί για πρώτη φορά στο 12ο Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη, ακρωτηριασμένη από την λογοκρισία της εποχής – εν μέσω χούντας, μιλάμε για το 1971 – και περιοριζόμενη μόνο σε ένα βραβείο, εκείνο του πρώτου γυναικείου ρόλου για τη Μαρία Βασιλείου. Με έναν τρόπο όμως, η ζωή αποκαθιστά τα πράγματα. Η ταινία, αργότερα, το 1985, θα ψηφιστεί ως η καλύτερη ελληνική ταινία όλων των εποχών ενώ το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» θα αποσπαστεί από το σώμα της ταινίας και θα φτιάξει σιγά σιγά τον δικό του μύθο.
Η μουσική της ταινίας γράφτηκε στο στούντιο της οδού Σκαραμαγκά απέναντι από το Μουσείο παρόντος και του σκηνοθέτη Αλέξη Δαμιανού, το «Ζεϊμπέκικο» γράφτηκε βέβαια στο σπίτι του Λοΐζου – εκεί ήταν η Μάρω και η Μυρσίνη (γυναίκα και κόρη του), καθώς και ο παλιός ρεμπέτης Γιώργος Μουφλουζέλης.
Ο δίσκος που ηχογραφήθηκε το 1971 στο στούντιο της ΕΡΑ, της οδού Σταδίου, ολοκληρώνει τη μυθολογία. Εδώ ο Μάνος Λοΐζος καλεί τον συνθέτη και σολίστα του μπουζουκιού Θανάση Πολυκανδριώτη και του παραδίδει τον τζουρά του Μουφλουζέλη – τον είχε φέρει νωρίτερα ο στενός του φίλος, ποιητής και στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος. ««Με αυτό το οργανάκι θα παίξεις Θανάση. Εχει μαγικό ήχο», μου είπε ο Μάνος», θυμάται ο Θανάσης Πολυκανδριώτης για «ΤΑ ΝΕΑ».
Βέβαια, ο τζουράς ήταν σε άθλια κατάσταση, εκτός από το σκάφος του οργάνου που ήταν εξαιρετικό, τα κλειδιά του ήταν σπασμένα και πάνω είχαν κολλημένες δεκάρες. «Για να κουρδίσω έκανα μία ώρα και στην αρχή ευγενικά αρνήθηκα να παίξω. Ο Μάνος όμως επέμεινε και μου είπε πως η μουσική είναι για μια ταινία. Με έπεισε, λοιπόν, μου έδειξε τον ρυθμό με μια κιθάρα, τη μελωδία με το στόμα και άρχισα να παίζω. Σε κάθε φράση, σταμάταγα να κουρδίσω, μόλις όμως είχε έλθει το τετρακάναλο, οπότε μεταφέραμε τον ήχο κομμάτι κομμάτι, έγιναν τρομερές αλχημείες ήχου», συμπληρώνει ο Πολυκανδριώτης που δεν φανταζόταν πως το κομμάτι θα κάνει τέτοια επιτυχία.
Αργότερα το ηχογραφούν πάλι για τον δίσκο «Να ‘χαμε – τι να ‘χαμε» (1972) – τώρα κι ο Χρήστος Νικολόπουλος – το ενορχηστρώνουν και τότε όλοι διαισθάνονται τη δυναμική ενός κομματιού με μια βαθιά λαϊκότητα που έμελλε να συγκινήσει γενιές και γενιές. Και να ταυτιστεί με τα βαριά κοφτά βήματα του φαντάρου της ταινίας που αποτύπωναν μιαν άλλη Ελλάδα.
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.