Τα βιβλία, που έχουν ορίσει τη ζωή μας, συνδέονται με πρόσωπα, με αισθήσεις, με στιγμές. Γι' αυτό τα λέω δώρα. Τα κρατάμε δίπλα μας σαν δώρα. Παλιώνουν δίχως να παλιώνουν, δίχως θάνατο.
Φτηνό χαρτί, εξώφυλλο σκούρο γαλάζιο. Ενα κυκλάκι αστέρια, το σήμα των εκδόσεων Γαλαξίας. Είκοσι ενός; Μάλλον λιγάκι παραπάνω ήμουν. Στην τέταρτη σελίδα ένα «ναι» και μια μονογραφή με πράσινο μελάνι, δείχνει ακόμη ότι η λογοκρισία επέτρεψε να μπει το βιβλίο στις φυλακές αντρών επί χούντας, στα χέρια εκείνου που το πήγαινα. Επέστρεψε αργότερα, διαβασμένο.
Μήνες αργότερα. Μαζί με τη Φρίντα (Λιάππα) - συνομήλικη, συμφοιτήτρια, φίλη ακριβή - διαβάζαμε εκείνο τον καιρό λογοτεχνία και συζητούσαμε πολύ. Γράφαμε κι οι δυο μας. Σε εκείνο το πριν από τόσα άλλα πριν, κυρίως πριν από τον πρόωρο θάνατό της. Τότε «ανακαλύψαμε» την πεζογραφία του Βιζυηνού.
Το «Αμάρτημα της μητρός μου» του Γ. Μ. Βιζυηνού περιείχε και τρία άλλα διηγήματα (νουβέλες θα ήταν καλύτερα να ονομάζονται): «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου», «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», «Ο Μοσκώφ-Σελήμ». Δεν υπήρχε εισαγωγή. Λίγες φράσεις στο οπισθόφυλλο, ανυπόγραφες αλλά μεστές. Ανάμεσά τους ότι ο γνωστός στην εποχή του ποιητής με την πάροδο του χρόνου αποκαλύπτεται και ως πεζογράφος. Η μοναδική βιογραφική αναφορά: «Πέθανε, διανοητικά ανάπηρος, το 1896, σε ηλικία 47 ετών».
Εμείς είχαμε «δώσει ρέστα» μ' αυτό το βιβλίο. Εύκολα - συνέβαλε άλλωστε και η νιότη - απαντήσαμε στο αιώνιο δίλημμα που είχε αρχίσει να αναφαίνεται, ή απλώς τότε το συνειδητοποιήσαμε: Ποιος μας αρέσει πιο πολύ, ο Βιζυηνός ή ο Παπαδιαμάντης; Ο Βιζυηνός: αυτός μας ξεσήκωνε, αυτός αφορούσε τη δική μας τη ζωή, όχι ότι δεν μας άρεσε και ο Παπαδιαμάντης. Δεν έχω αλλάξει άποψη.
Οντως εκείνα τα χρόνια δεν εκτιμούσαν την πεζογραφία του Βιζυηνού. Στα σχολικά μας ο Βιζυηνός υπήρχε, αν καλά θυμάμαι, μόνο ως ποιητής. Ακόμη και στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του Κ. Θ. Δημαρά, το ευαγγέλιο της εποχής (που, φυσικά, ποτέ δεν είχε διαβεί το κατώφλι του σκοταδιστικού τότε Πανεπιστημίου Αθηνών), ο συγγραφέας μεμψιμοιρούσε ότι η καθαρεύουσα των διηγημάτων του Βιζυηνού «στέκει φραγμός», ότι οι εικόνες του σχεδιάζονται με ελαφρό χέρι, χωρίς χρώματα και φωτοσκιάσεις, γοητευτικές γι' αυτή τους μόνο την «απλότητα». Ή ότι δίπλα στην ηθογραφία έχουν και κάποιο ψυχογραφικό χρώμα. Πέρασαν μερικά χρόνια πριν ανατραπεί εκ βάθρων αυτή η αξιολόγηση από τον Mario Vitti στην αντίστοιχη «Ιστορία», και τον Παναγιώτη Μουλά στην εισαγωγή του στα διηγήματα του Βιζυηνού από τις εκδόσεις Ερμής. Εκτοτε μάλλον ξεκινά και η γνωστή «βιζυηνίτιδα», που ανέδειξε την πεζογραφία του Βιζυηνού σε μείζον έργο του νεοελληνικού λόγου, όντας παράλληλα πηγή γόνιμων καλλιτεχνικών εμπνεύσεων.
Πάθος μάς είχε καταλάβει. Αυτός κι αν ήταν ο μεγάλος καινοτόμος της πεζογραφίας μας, που μαγικά μετέτρεπε την καθαρεύουσα γλώσσα του σε ένα είδος «νεοελληνικής κοινής», στη δική μας γλώσσα. Αυτός μας έδινε το ορατό και προπαντός το αόρατο, το ελάχιστο και μαζί το μέγα ενός κόσμου φτωχικού, αγροτικού ή εργατικού. Ανθρωποι χαραγμένοι στη βαθύτερη μνήμη του Βιζυηνού συνομιλούσαν με φαντάσματα, μπολιάζοντας με θρύλους και παλιές ιστορίες την προφορική τους καθημερινότητα. Ο θάνατος ο ίδιος περιβαλλόταν από λιτότατο μεγαλείο, ή άλλοτε από κρίματα αθέλητα, οι δε ενοχές που ακολουθούσαν, ή που επιβάλλονταν, δημιουργούσαν στις απλές ψυχές ένα νέο ηθικό μεγαλείο, ή άλλοτε καινούργια κρίματα αθέλητα. Ο τόσο σπάνιος στη λογοτεχνία μας παιδικός κόσμος έθαλλε σε εκείνα τα εκτενή διηγήματα καθώς συνομιλούσε ασταμάτητα με τον κόσμο προπαντός των ηλικιωμένων, πλην όμως μέσα από την αλαφροΐσκιωτη πλευρά και των δύο τούτων συνομιλητών. Η εθνικότητα, η θρησκευτική πίστη, μπορούσε να υποχωρήσει ως έχθρα και ως διαφορά, για να αναδειχθεί η περιπέτεια ζωής ενός κάποιου ανθρώπου, που εν τέλει προκαλούσε τη συμπάθεια και τον σεβασμό για τα πάθη του.
Και υπήρχε τόση ηρεμία στην έκθεση των τραγικών συμβάντων, που ταραζόσουν πιο πολύ. Και μια σχεδόν κλασικότροπη αρχιτεκτονική, που σε γέμιζε αγωνία για το «τι θα γίνει παρακάτω;», μοιρασμένη σε ισορροπίες και ανατροπές, σε ηδύτητα και σε πίκρα. Και πουθενά, μα πουθενά δεν ξέπεφτε η αφήγηση σε κανενός είδους ευκολίες. Νήμα βαθυπόρφυρο, καλά κρυμμένο (ξέρω πλέον πως ήταν η προσωπική τραγωδία, η ευφυΐα και η καλλιέργεια του Βιζυηνού), ύφαινε σφιχτά, στέρεα, τα εξιστορούμενα. Με σοβαρότητα, με τόλμη. Με το ταλέντο ενός παραμυθά. Και με επάρκεια γνώσης - αλλά για τις απίστευτες σε εύρος πρωτοποριακές σπουδές του Βιζυηνού στην Ευρώπη (τις άρρηκτα δεμένες με τα διηγήματά του), όπως αντίστοιχα και για τη δραματική ζωή του (που είναι συγκρίσιμη με τη ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά ή της Ελένης Αλταμούρα-Μπούκουρα), δεν είχαμε τότε πληροφορίες. Απλώς έκαιγαν οι ιστορίες του.
Ερωτες και πάθη του Βιζυηνού, λοιπόν, έρωτας και πάθος με το έργο του. Αυτός ήταν, ξαναλέγαμε, ο μεγάλος καινοτόμος της πεζογραφίας μας, όχι της ποίησης (ας προσεχθεί αυτή η διπλή διάσταση του έργου του, που προσωπικά δεν τη θεώρησα ποτέ διχαστική). Μοντερνιστής πολύ πριν από τον μοντερνισμό. Για να το πω αλλιώς, ο Βιζυηνός, ένας άνθρωπος του δέκατου ένατου καθαρά αιώνα, εκπροσωπούσε τον προβληματισμό της δικής μας εποχής, δηλαδή του μεταπολεμικού δυτικού κόσμου, για ζητήματα όπως η τρέλα και η μνήμη, η αντίληψη και η αποδοχή του διαφορετικού, η ψυχαναλυτική τόλμη, η ανάδειξη του φαντασιακού ως μία από τις όψεις του πραγματικού, η αναφορά στους έμφυλους ρόλους ή και στην παρενδυσία ακόμη, η αμφισβήτηση κάποιων στεγανών. Κι όλα τούτα με πειθαρχημένη τρυφερότητα, με χαμηλούς τόνους, με επιείκεια, με λανθάνον χιούμορ.
Μερικά βιβλία τείνουν ένα χέρι. Το κρατάς.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από