Μόλις ανοίξει η πόρτα στη φωτισμένη αυλή του σπιτιού σημαίνει συναγερμός. Τα μάτια στυλώνονται στη γιαγιά που κρατάει τη σακούλα με τα σκουπίδια. Το κεφάλι τεντώνεται προς τα μπροστά, τα πόδια είναι μισολυγισμένα και η ουρά κοκαλωμένη σε παράλληλη ευθεία προς το έδαφος. Λίγα μόλις δευτερόλεπτα απομένουν ώσπου η γιαγιά να φθάσει στον κάδο απορριμμάτων αλλά τη στιγμή που ακούγεται ο τσιριχτός μεταλλικός ήχος του κάδου – όπως το τρόλεϊ που φρενάρει στις 6 το πρωί επί ένα λεπτό και ξυπνάει το μισό Παγκράτι – συμβαίνει αυτό που απεύχονταν όλοι.
Ανάμεσα στα τρία κεφάλια τσακαλιών προβάλλει ένα τέταρτο. Είναι αρκετό για να προκαλέσει ρίγος και αναμάλλιασμα στη ραχοκοκαλιά των υπολοίπων. Ο λόγος είναι απλός. Τα τσακάλια κάποτε κυριαρχούσαν σε όλη την Ελλάδα και συνήθιζαν να τρέφονται με βοοειδή, κατσίκες και πρόβατα, κάνοντας πλιάτσικο σε κοπάδια.
Αν και ουδέποτε υπήρξαν πραγματική απειλή για τον άνθρωπο, ο Ελληνας βάλθηκε να τα σκοτώνει με ό,τι μέσο διέθετε – όπως έκανε και με όλα τα ζώα του δάσους -, με αποτέλεσμα σήμερα ο αριθμός τους να έχει περιοριστεί στα 1.700 άτομα.
Τα τσακάλια της χώρας μας που λέγονται χρυσά εξαιτίας της απόχρωσης που έχει το τρίχωμα στην πλάτη αναγκάστηκαν να αλλάξουν πολλές από τις συνήθειές τους για να επιβιώσουν. Καθώς τα γιδοπρόβατα και οι γερασμένοι γάιδαροι εξέλιπαν από το διαιτολόγιό τους, κατέφυγαν σε άλλες διατροφικές συνήθειες όπως τα ανθρώπινα αποφάγια, οι λαγοί, οι πάπιες, τα υδρόβια πτηνά και όχι μόνο.
Στην έκτακτη συνδιάσκεψη των απανταχού τσακαλιών που έγινε πριν από 30 χρόνια στον Παρνασσό, διαμορφώθηκε ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο δράσης για την επιβίωση του είδους τον 21ο αιώνα, το οποίο έγινε δεκτό από την πλειονότητα των συνέδρων.
Κοντολογίς, το σχέδιο περιελάμβανε τον εξελικτικό διαχωρισμό σε τρία επίπεδα. Πρώτον, το τσακάλι κολυμβητή. Τα άτομα της ομάδας θα σύχναζαν στις παραλίες και θα τρέφονταν με νεκρά ψάρια, κοχύλια και ό,τι πέταγαν οι ψαράδες. Δεύτερον, το τσακάλι των βάλτων, όπου η αναζήτηση τροφής θα γινόταν σε υδροβιότοπους, μπας και παραπέσει κάποια νανόχηνα. Τέλος, το τσακάλι της γριάς που θα παραμόνευε διακριτικά έξω από τις αυλές στα χωριά για να τραφεί με ό,τι περίσσευε από το τραπέζι και προοριζόταν για τα σκουπίδια.
Η μόνη συνήθεια που δεν άλλαξε το τσακάλι όλα αυτά τα χρόνια είναι να κυνηγά την τροφή του σε ομάδες μέχρι τριών ατόμων. Το τέταρτο τσακάλι που αναφέραμε στην αρχή της ιστορίας και ήρθε απρόσκλητο μήπως περισσέψει και γι’ αυτό λίγο ραβανί Γαλαξιδίου θυμάται ακόμη το ξύλο που έφαγε.
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.