Οταν το φθινόπωρο του 1993, χωρίς κανείς να το περιμένει ή να το υποψιάζεται, η Ντόρα Γιαννακοπούλου δημοσιεύει το πρώτο της μυθιστόρημα «Η πρόβα του νυφικού», την πολιτική ατμόσφαιρα την χαρακτηρίζει η ανακούφιση από την πτώση της κυβέρνησης του Μητσοτάκη και από την επάνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία. Η ίδια η Ντόρα Γιαννακοπούλου έχει ήδη απολύτως σχηματισμένη και καταξιωμένη μια καριέρα ως τραγουδίστρια και ως ηθοποιός. Με συνθέτες, όπως για παράδειγμα, ο Μίκης Θεοδωράκης και σκηνοθέτες όπως ο Λεωνίδας Τριβιζάς, τραγούδι και θέατρο συνιστούν για την ίδια μια ενιαία δημιουργία για την οποία, επόμενο ήταν, η δικτατορία να υπάρξει ως μια δεινή, αν όχι απαγορευτική, τροχοπέδη.
Αυτοεξόριστη σε ευρωπαϊκές χώρες όσο διαρκεί η χούντα, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την πτώση της, δημοσιεύει την «Πρόβα του νυφικού» που η επιτυχία της, κατά τον εκδότη Θανάση Καστανιώτη «άλλαξε τα εκδοτικά στάνταρ της χώρας μας». Οπως σε κάθε καθαρόαιμο μυθιστόρημα που υφαίνεται εξ ολοκλήρου πάνω σ’ έναν πολιτικό καμβά, ανακρούεται συχνά στο βάθος του ένας μεγάλος έρωτας, το ίδιο ακριβώς, αλλά με διαφορετικές αναλογίες, ισχύει για την «Πρόβα του νυφικού». Ενας ή μάλλον πολλοί μεγάλοι έρωτες, μέσα σ’ ένα πλαίσιο ακραιφνέστατα πολιτικό, όσο κι αν χρειάζεται μια διαρκής αναγωγή του αναγνώστη ώστε να φωτίζονται οι περιθωριακοί και μικροαστικοί χαρακτήρες του βιβλίου, καθώς και τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους με βάση μια αρχετυπική καταβολή.
Μια καταβολή, ωστόσο, που έχει την αφετηρία της σ’ ένα πολιτικό κλίμα, άσχετα αν πρόκειται για την ερωτευμένη νεαρή Αγγελική Δελή, τη μητέρα της κυρία Αθηνά, τον μόρτη σύζυγό της Απόστολο, την ερωτευμένη μαζί του Ολγα, σύζυγο του αδελφού της Αγγελικής, τον γιατρό και θείο της Αγγελικής Οδυσσέα, τον αστυνομικό διευθυντή Πέτρο Μανιά και τον βασανιστή, με προτίμηση στους κομμουνιστές, Χριστόδουλο. Είναι όλοι τους αναγνωρίσιμοι ως πρόσωπα σπαρταριστά, ζωντανά, αλλά και ως «καλούπια» που ο καθένας θα μπορούσε να χωρέσει μέσα τους οικείους του. Το μόνο πρόσωπο της «Πρόβας του νυφικού» που δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αρχετυπικό είναι σαφέστατα η γιαγιά. Πρόκειται για μια πρωτοπρόσωπη πληθωρική αφηγήτρια που, αν την καλοσκεφτείς _ πέρα από τα γραφικά της στοιχεία _ είναι η ίδια η Ιστορία που μιλώντας δεν αναπαριστάνει μόνο τις ζωές των ανθρώπων, αλλά δίνει τις λύσεις στις περιπέτειες και τα δράματά τους. Τοποθετημένο το μυθιστόρημα σ’ ένα νησί, το 1939, παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, με την ειδυλλιακότητα ή τη δραματικότητα της μικροαστικής του ζωής, με τους ήρωές του, που ερωτευμένοι ή κρυψίνοες, συμβιβασμένοι ή λογικά επαναστατημένοι, συμφεροντολόγοι ή αγνοί ιδεολόγοι, θα ήταν αδύνατον να φανταστούν για τους εαυτούς τους ότι είναι τα έρμαια της Ιστορίας. Αν το φαντάζονταν ή ενεργούσαν αντίστοιχα, δεν θα είχαμε ένα μυθιστόρημα, αλλά μια δοκιμιογραφική εξιστόρηση, με το ντύμα του μυθιστορήματος.
Σημασία έχει τα πρόσωπα να αυτονομούνται πάντα ως πρωταγωνιστές, που να τους συμπαθείς ή να τους αντιπαθείς σε σχέση με ό,τι φέρει ο καθένας τους, άσχετα αν στην πρόθεση του συγγραφέα είναι, όταν αργότερα τους αναπολήσεις, να τους υποψιαστείς ως ενεργούμενα της Ιστορίας.
Στην «Πρόβα του νυφικού» το τοπικό πολιτικό πλαίσιο είναι ο Μεταξάς, ο πάγος και το ρετσινόλαδο, ο πόλεμος, η Κατοχή, ο Δεκέμβρης. Την παγκόσμια όμως πολιτική ατμόσφαιρα στο ξεκίνημα του βιβλίου στοιχειώνει ο Χίτλερ και η προέλασή του στην Ευρώπη. Και οι κάτοικοι του νησιού, με το αυτί στο ραδιόφωνο, σ’ όποιο βαθμό και αν συνειδητοποιούν την προέλαση αυτή, αισθάνονται, για πρώτη ίσως φορά, σ’ έναν κοινό παρονομαστή με άγνωστούς τους ανθρώπους, να τους περιμένει όλους η ίδια μοίρα. Χωρίς επιπλέον να τους αισθάνεσαι γελοίους που, όσο δραματικά κι αν έχουν αλλάξει τα πράγματα, οι ίδιοι εξακολουθούν να ερωτεύονται και να αγωνιούν για τα καθημερινά που δεν έχουν πάντα σχέση με τις μεγάλες εξελίξεις.
Ετσι συμβαίνει, άλλωστε, πάντα με την Ιστορία. Να καθορίζει τη ζωή των ανθρώπων, ακόμη κι ενός βοσκού, ώς την τελευταία της λεπτομέρεια, αλλά όταν η Ιστορία που τους καθόρισε γίνεται παρελθόν, να χρειάζεται τους ανθρώπους που βασάνισε για να υπάρξει. Οπως πολύ ωραία εικονογραφείται στην «Πρόβα του νυφικού» με τη γιαγιά να επαναλαμβάνει για μια οικογενειακή τους υπόθεση κάτι που έλεγε ο Ιωάννης Μεταξάς: «Προ του πρώτου και ελαχίστου εμποδίου». Με λίγα λόγια, ο πανίσχυρος στην εποχή του Ιωάννης Μεταξάς να χρειάζεται την ανώνυμη ηρωίδα ενός μυθιστορήματος για να ξαναϋπάρξει. Και να ξαναϋπάρξει όχι με το ιστορικό του «ΟΧΙ», αλλά με μια ασήμαντη φρασούλα που ενδέχεται να την ξεστόμισε και τυχαία.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.