Η Μπάτυα Γκουρ (1947-2005) έγραψε έξι αστυνομικά μυθιστορήματα με ήρωα έναν σεφαραδίτη Εβραίο από το Μαρόκο. Στα βιβλία της εστιάζει στις εθνοτικές διαμάχες, τις κοινωνικές εντάσεις, τη σύγκρουση γενεών στο Ισραήλ. Πρόκειται για μια συγγραφέα που συμμετείχε ενεργά με άρθρα και ομιλίες στην πολιτική ζωή της χώρας. Η Μπάτυα Γκουρ είχε τη συγγραφική οξυδέρκεια να μετατρέψει σε πλοκή τις δημόσιες διαφωνίες και τις υπόγειες κόντρες που σπαράσσουν τη Γη της Επαγγελίας.
Σε ένα κιμπούτς που μετρά 50 χρόνια ευδόκιμης λειτουργίας και 327 μέλη, δύο θάνατοι έρχονται να ταράξουν τα νερά. Στην αρχή μοιάζουν φυσικοί. Ο ηλικιωμένος Σρούλκε, πατέρας του γενικού διευθυντή του κιμπούτς, Μωύς, και η εντυπωσιακής ομορφιάς Οσνάτ, γραμματέας του κιμπούτς, βρίσκονται νεκροί. Η Οσνάτ φαίνεται ότι πεθαίνει από αλλεργικό σοκ, στην πραγματικότητα όμως δηλητηριάζεται με παραθείο. Η αστυνομία αναλαμβάνει δράση. Ο επιθεωρητής Μιχαέλ Οχαγιόν, δυναμικός, γοητευτικός, ευφυής, ερευνά την υπόθεση. Ομως φόνος στο κιμπούτς σημαίνει φόνος στους κόλπους της οικογένειας. Ολοι καλύπτουν όλους. Οι πάντες ξέρουν τα πάντα. «Δεν υπάρχουν μυστικά στο κιμπούτς», αναφωνούν. Είναι όμως έτσι;
Στην υπόθεση εμπλέκεται ολόκληρη η κοινωνία του κιμπούτς. Πρωταγωνιστές, δευτεραγωνιστές, τριταγωνιστές και κομπάρσοι, όλοι έχουν τη θέση τους στην εξέλιξη της πλοκής. Ο Ααρών Μερόζ, βουλευτής, εγκατέλειψε νέος το κιμπούτς κι άνοιξε τα φτερά του. Διατηρούσε κρυφή ερωτική σχέση με την Οσνάτ. Η Ντβόρκα, η πάνσοφη κι αυταρχική δασκάλα που υπολήπτονται όλοι, είναι πεθερά της νεκρής. Ο Μωύς, γενικός διευθυντής του κιμπούτς, συνεργαζόταν με την Οσνάτ. Ο Τζότζο, ο ταμίας, είχε κρυμμένα οικονομικά μυστικά. Στον χορό των προσώπων εμπλέκονται σχιζοφρενείς νέοι, ένας καναδός ευρεσιτέχνης που απολαμβάνει τη μεσκαλίνη, τρομακτικοί επιζώντες του Ολοκαυτώματος, κουτσομπόλες της γειτονιάς, κορτάκηδες, ωραίες πλην όμως στρεσαρισμένες αστυνομικίνες, καλλιτέχνες που ασφυκτιούν.
Πρόκειται για ένα κιμπούτς που ανθεί, καθώς παρασκευάζει μια πανάκριβη καλλυντική κρέμα. Τα εύρωστα οικονομικά προσφέρουν ασφάλεια στους «κιμπούτσνικιν». Ομως η αντιπαλότητα των γενεών σοβεί. Οι μεγαλύτεροι, αυτοί που έχτισαν τη χώρα και αποξήραναν τους βάλτους, οργάνωσαν τη ζωή τους με βάση το μοντέλο μιας μητριαρχικής κοινωνίας. «Η συλλογική εκπαίδευση και η ομαδική ανατροφή των παιδιών επινοήθηκαν για να μπορούν οι γυναίκες να δουλεύουν και να είναι ίσες με τους άνδρες», παρατηρεί ο Μερόζ. Η αρραγής κοινότητα των κιμπούτς θεοποιεί την εργασία. «Η εργασία εκεί είναι η υπέρτατη αξία. Μπορεί να είσαι απόλυτο μηδενικό - αλλά αν είσαι εργατικός, σου συγχωρούνται τα πάντα», προσθέτει με πικρή επίγνωση ο βουλευτής.
Η ιδεολογική κόντρα που χωρίζει στα δύο το κιμπούτς αφορά την ανατροφή των παιδιών και την τύχη των ηλικιωμένων. Η συλλογική ανατροφή των παιδιών στο όνομα της ισότητας έχει ως αποτέλεσμα τη βίαιη απομάκρυνση των ανηλίκων από τους φυσικούς προστάτες τους. Τα παιδιά που υπέστησαν αυτήν την ανατροφή είναι πλέον ενήλικες και ξέρουν τι σημαίνει η εφαρμογή του βάναυσου συλλογικού μοντέλου διαπαιδαγώγησης. Διεκδικούν τα παιδιά τους. Προτείνουν να απομακρυνθούν οι γηραιοί, με στόχο να λαμβάνονται πιο εύκολα οι πλειοψηφικές αποφάσεις.
Ο φόνος στο κιμπούτς είναι το σύμπτωμα που αναδεικνύει τη βαριά αρρώστια. Μέσα από το δόλωμα της πλοκής ξετυλίγεται το κουβάρι των ιδεολογικών συγκρούσεων και των κοινωνικών εντάσεων που ταλανίζουν το Ισραήλ. Κοινοκτημοσύνη ή καταναλωτισμός; Παμφάγα σοσιαλιστική ιδεολογία ή ατομικισμός; Το μυθιστόρημα μάς εισάγει σε έναν περίκλειστο κόσμο. Ενώ μοιάζει διαφορετικός, την ίδια στιγμή φαντάζει τρομακτικά οικείος. Η πάλη των γενεών είναι πρωτίστως ιδεολογικοπολιτική και αφορά ζητήματα εξουσίας. Οι παλιοί βγαίνουν στη σύνταξη, οι νέοι επιβάλλονται. Κι αυτό δεν γίνεται ποτέ αναίμακτα.