Πριν από καιρό στο Studio της Οδού Μαυρομιχάλη ο ψυχίατρος και ειδικευμένος στην πράξη θεατροθεραπευτής Λάμπρος Γιώτης που διευθύνει την Εταιρεία Δραματικής Εκφρασης και Θεραπείας «Παλμός» ανέβασε για σειρά παραστάσεων το θεατρικό πρωτοποριακό έργο του Νικολάι Εβρέινοβ «Παρασκήνια της ψυχής» (1912).

Ο Εβρέινοβ ήταν γνωστός στην Ελλάδα ήδη από τον Μεσοπόλεμο, όταν ο Μελάς ως σκηνοθέτης με πρωταγωνίστρια τη Μαρίκα Κοτοπούλη ανέβασε στη σκηνή το αιρετικό, τουλάχιστον μορφικά, έργο του «Η κωμωδία της ευτυχίας». Ο Εβρέινοβ ανήκει στην πνευματική και κυρίως στενή θεατρική ομάδα που πολέμησε ιδεολογικά και αισθητικά τη μέθοδο Στανισλάβσκι. Ο ιδρυτής του «Θεάτρου Τέχνης», θαυμαστής του Γερμανού, πρώτου σκηνοθέτη στην ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου Δούκα Γεωργίου του Μάινιγκεν, που εισηγήθηκε τον φωτογραφικό και φωνογραφικό σκηνικό νατουραλισμό (ο θίασός του, στον οποίο ως ηθοποιός ανήκε και ο δικός μας Θωμάς Οικονόμου, ο πρώτος έλληνας σκηνοθέτης εν γένει και σκηνοθέτης του «Βασιλικού Θεάτρου», 1901, είχε επισκεφτεί τη Μόσχα), ο Στανισλάβσκι λοιπόν ως γνωστόν επεξεργάστηκε και εφάρμοσε ένα «σύστημα» κατασκευής ηθοποιών και μια σκηνοθετική άποψη ερμηνείας στη σκηνή, που αθανατίστηκε έως τις μέρες μας (το περίφημο Αctor΄s Studio της Νέας Υόρκηςσχολείο των διασημότερων σταρ του θεάτρου και του σινεμά- στηρίζεται στα διδάγματα της μεθόδου και του systeme του Στανισλάβσκι). Ο Εβρέινοβ, ο Μέγερχολντ, ο Βαχτάνγκοφ, ο Ταΐροφ που ανδρώθηκαν στη Σχολή Στανισλάβσκι αποσχίστηκαν και, ο καθένας ξεχωριστά, δημιούργησαν δικούς τους κώδικες κατά κανόνα αντινατουραλιστικούς, δηλαδή μιας θεατρικής ποιητικής που αποθέωνε τη θεατρικότητα. Ηταν μια απάντηση στη γενική και ευρωπαϊκή εκείνη την εποχή Μόδα που συμπύκνωνε θεωρητικά και ρητά ο Οτο Μπραμ στη Γερμανία: «Να αποθεατρικοποιήσουμε το θέατρο».

Η ομάδα της ρωσικής πρωτοπορίας προσπάθησε να επιβάλει το αντίθετο: να επιστρέψει το θέατρο στην απόλυτη και συνειδητή θεατρικότητα. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο που τότε νεκραναστήθηκαν μορφές και είδη θεάτρου που είχαν πέσει σε ύπνωση: η κομέντια ντελ άρτε και το τσίρκο. Η πρόσφατη παράσταση του Λιβαθινού στο Φεστιβάλ Αθηνών με τη «Μασκαράτα» του Αντρέγιεφ ανήκει σε αυτήν τη μορφολογική μόδα. Εξάλλου και αργότερα το «Λουτρό» του Μαγιακόβσκι σε αυτήν τη σκηνική λογική υπακούει. Αλλά και μέσα σ΄ αυτή την ομάδα υπάρχουν όχι μόνο διαφωνίες, αλλά αιχμηρές επιθετικότητες. Ο Εβρέινοβ το 1920 είχε γράψει και σκηνοθετήσει στην Πετρούπολη το έργο «Θύελλα στα χειμερινά ανάκτορα», έργο επετειακού εορτασμού της Οκτωβριανής Επανάστασης. Με χιλιάδες κομπάρσους, χορευτές, ακροβάτες, χορωδίες και συμμετοχή ενεργή των χιλιάδων θεατών.

Ο Μαγιακόβσκι στο «Λουτρό» σατιρίζει ανελέητα αυτήν τη γιορτή, σχεδόν εξευτελίζει τα ταμπλό βιβάν, τις πόζες, τους συμβολισμούς και τη σκηνική χρήση ως μυθοποιητικού μηχανισμού. Αυτό εξάλλου πλήρωσε! Ο Εβρέινοβ όμως ήδη από το 1912 με τα «Παρασκήνια της ψυχής» πολύ πριν κοινοποιηθούν τα πορίσματα του Φρόιντ με τα δεδομένα της έως τότε ψυχιατρικής έρευνας και με αναφορά και στον Αριστοτέλη αλλά κυρίως στην πλατωνική θεωρία για το τρισυπόστατο της ψυχής τολμά να ανεβάσει στη σκηνή ως πρόσωπα τη Λογική, το Συναίσθημα και το Υποσυνείδητο, δίνοντάς τους όμως τη σκηνική σκευή των κλόουν του τσίρκου.

Το έργο που με διασκευασμένη μορφή αλλά με σεβασμό και στα ευρήματά του και στις ιδέες του ανέβασε με δημιουργικό οίστρο ο Γιώτης είναι μια απλή ερωτική ιστορία, με προδοσία και ματαιώσεις, ένας προβληματισμός πάνω στο κομβικό σημείο όπου τέμνονται η αγάπη, ο έρως και το σεξ, δραματοποιεί και φέρνει σε σύγκρουση τα συστατικά στοιχεία της ψυχής. Οι συγκρούσεις αυτές σκηνικά παίρνουν τη μορφή μιας αρένας τσίρκου, όπου οι θηριοδαμαστές (Λογική) και τα άγρια θηρία (Υποσυνείδητο), τραγουδιστές, συναισθηματικές εκρήξεις αλλά και η φωνή... του Χρόνου, παλεύουν για να επιβληθούν το ένα στο άλλο. Σε κάθε ενήμερο, βέβαια, δεν διαφεύγει ο μύθος της ψυχής που αφηγείται ο Σωκράτης στον διάλογο του Πλάτωνα «Φαίδρος». Εκεί η ψυχή απεικονίζεται ως ένα άρμα που το σέρνουν δύο άλογα. Το ένα άλογο είναι πειθήνιο, υπακούει στα γκέμια, το άλλο δυσήνιο, δύστροπο, κάνει του κεφαλιού του, προσπαθεί να βγάλει το άρμα από τη ρότα. Και χρειάζεται ο ηνίοχος (η Λογική) να κουμαντάρει έτσι τα γκέμια ώστε να κρατήσει τα δύο άλογα (το θυμοειδές και το επιθυμητικό) στον δρόμο που έχει χαράξει, δρόμο που οδηγεί στην Αρετή, στον Ηλιον της Δικαιοσύνης, της απόλυτης ισορροπίας. Στο έργο του Εβρέινοβ ο ήρωας, σε στιγμές διλήμματος αυτοκτονεί, τα είδωλα της ψυχής αποδιδράσκουν και η ψυχή του πλέον ελεύθερη οδεύει στην Αθανασία ή το Μηδέν. Πρόσφατα ο σπουδαίος έλληνας κομίστας Αρκάς παρουσίασε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου το έργο του «Εχθροί εξ αίματος» όπου προσωποποιούσε και έφερνε σε δραματική σύγκρουση έντερα και άλλα εντόσθια. Θεωρώ βέβαιο ότι αγνοούσε το έργο του Εβρέινοβ αλλά είμαι σίγουρος πως θα επιθυμούσε μια συγκριτική των δύο κειμένων, μια και συνέπεσε να παίζονται στην ίδια πόλη και πιθανόν μια ανοιχτή συζήτηση ψυχιάτρων, δραματολόγων και, γιατί όχι, φιλοσόφων!

Πάντως καλώ τους θεατρόφιλους που σήμερα καλούνται να επικοινωνήσουν με τάχα μου νεοφανείς και αιρετικές απόψεις στη σκηνική αλλά και τη συγγραφική παραγωγή, να αντιληφθούν πως η «Επανάσταση» έχει ήδη ιστορία ενός αιώνα. Από τότε μεσολάβησαν και ο σχετικισμός και η θεατρικότητα του Πιραντέλο και το τσίρκο του Ταΐροφ (π.χ. «Ο υπέροχος κερατάς») και η κομέντια ντελ άρτε του Βαχτάνγκοφ («Τουραντό») και οι κλόουν του Μπέκετ.

Ετσι οι σημερινοί, καθυστερημένοι μισόν τουλάχιστον αιώνα αιρετικοί αποτελούν απλώς λάχανα και παραπούλια. Ευτυχώς διαπιστώνω κριτικούς, πανεπιστημιακούς και άλλους που είχαν ξιφουλκήσει υπέρ του μεταμοντέρνου πολτού να αλλάζουν άποψη και να γίνονται συχνά και πλήρως απορριπτικοί. Κατάλαβαν ότι αλλάζει η μόδα και σπεύδουν να πιάσουν θέση στα στασίδια της νέας εκκλησίας ή πρώτο τραπέζι πίστα.

Προσωπικά είχα κουραστεί και είχα κουράσει και είχα αποστασιοποιηθεί αφήνοντάς τους να εκτεθούν και ιδού φυτρώνουν σαν τα σαλιγκάρια αλλά με πλέον ευαίσθητες κεραίες.

Ευχαριστώ τον Λάμπρο Γιώτη και τους συνεργάτες του που μου έδωσαν την ευκαιρία να μιλήσω για όλα αυτά!

Ευτυχώς διαπιστώνω κριτικούς, πανεπιστημιακούς και άλλους που είχαν ξιφουλκήσει υπέρ του μεταμοντέρνου πολτού να αλλάζουν άποψη και να γίνονται συχνά και πλήρως απορριπτικοί.
Κατάλαβαν ότι αλλάζει η μόδα και σπεύδουν να πιάσουν θέση στα στασίδια της νέας εκκλησίας ή πρώτο τραπέζι πίστα