Μια σειρά από ισχυρούς σεισµούς, που άρχισαν να εκδηλώνονται πριν από 5.000 χρόνια, ήταν η αιτία που τερµατίστηκε η ευηµερία της αρχαίας πόλης Παυλοπέτρι στη Λακωνία, η οποία καταποντίστηκε στον βυθό της θάλασσας.


Στο συµπέρασµα αυτό συγκλίνουν τα δεδοµένα που προέκυψαν µετά την τελευταία µεγάλη γεωµορφολογική και γεωλογική έρευνα που πραγµατοποίησαν επιστήµονες από το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών στις ακτές της Λακωνίας απέναντι από την Ελαφόνησο.

Το Παυλοπέτρι ανακάλυψε το 1969 ογεωλόγος – ωκεανολόγος δρ Νίκολας Φλέµινγκ από το Εθνικό Ωκεανογραφικό Κέντρο στο Σαουθάµπτον της Βρετανίας. Τότε είχε υποθέσει ότι ηπόλη βρισκόταν σε άνθηση το 1500 π.Χ.και στη συνέχεια καταποντίστηκε υπό αδιευκρίνιστα αίτια, µε πιο πιθανή εκδοχή την ενδεχόµενη άνοδο τηςστάθµης της θάλασσας κατά ένα µέτρο.

Οµως το Παυλοπέτρι, που είναι η παλαιότερη γνωστή βυθισµένη πόλη στον κόσµο, φαίνεται πως όχι µόνο αποτελούσε ένα σηµαντικό ναυτικό κέντρο ήδη απότο 3000 π.Χ., αλλά, όπως προκύπτει από τα τελευταία στοιχεία, η µοίρατης δεν σφραγίστηκε από την άνοδο της θάλασσας αλλά απόγεγονότα µε πιο τροµακτικό χαρακτήρα.

Η πόλη είχετην ατυχία να περιβάλλεται από σεισµικά ρήγµατα. Κάποια από αυτά φαίνεται πως άρχισαν να ενεργοποιούνται πριν από 5.000 χρόνια, µε αποτέλεσµα ολόκληρος ο πολεοδοµικός ιστόςτης πόλης να αποσχισθεί από την ξηρά και να καταποντιστεί στη θάλασσα, εκεί όπου βρίσκεται µέχρι σήµερα σε βάθος έως και τέσσερα µέτρα.

«Τα γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την εποχή στοΠαυλοπέτρισυνιστούν ένα παράδοξο. Είναι “Το παράδοξοτης Λακωνίας”, όπως το ονοµάζουµε», λέει στα «ΝΕΑ» ογεωλόγος δρ ∆ηµήτρης Σακελλαρίου, που είναι διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας του ΕΛΚΕΘΕ και επικεφαλής των ειδικών που ερεύνησαν την περιοχή.

«Το χερσαίο τµήµα της νότιας Πελοποννήσου ανυψώνεται µε αργό ρυθµό εδώ και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια εξαιτίας ενός ευρύτερου γεωλογικούφαινοµένου πουσυµβαίνει στον ελλαδικό χώρο και είναι η υποβύθιση της αφρικανικής πλάκας κάτω από την ευρασιατική και συγκεκριµένα κάτω από τον πυθµένα του Αιγαίου», προσθέτει ο ∆. Σακελλαρίου και συνεχίζει:

«Παρά λοιπόν τη συνεχή διαδικασία ανύψωσης, στη νότιαάκρη της Λακωνίας συνέβη ένα αντίστροφο φαινόµενο. Κάποια ρήγµατα που δραστηριοποιήθηκαν προκάλεσαν ισχυρούςσεισµούς,οι οποίοι µε τησειρά τους αποκόλλησαν το χερσαίο κοµµάτι στο οποίο βρισκόταν ηπόλη και το κατακρήµνισαν στη θάλασσα».

Σε αυτήν τη γωνιά της Πελοποννήσου, τα ρήγµατα που υπάρχουν είναι πολλά και τα περισσότερα από αυτά, αν όχι όλα, είναι χαρτογραφηµένα. Οµωςοι ειδικοί δεν γνωρίζουν ακόµη ποιο ή ποια δραστηριοποιήθηκαν κατά τη νεολιθική περίοδο, οδηγώντας το Παυλοπέτρι στον καταποντισµό.

Η καταστροφή. Είναι πολύ πιθανό το ενδεχόµενο – και αναµένεται να επιβεβαιωθεί µε επιπλέον έρευνες –ότι σε µικρή απόσταση από την αρχαία πόλη διερχόταν µε παράλληλη διεύθυνση κάποιο ρήγµα. Οταν σηµειώθηκε ο ένας από τους σεισµούς που κατέστρεψαν την πόλη, η µια πλευρά του ρήγµατος καταποντίστηκε προς τη θάλασσα συµπαρασύροντας µαζί ένα µεγάλο µέρος της πόλης, ενώ η άλλη πλευρά του ρήγµατος ανυψώθηκε µε κατακόρυφη φορά.

Για να αποτυπώσουν την υποθαλάσσια µορφολογίατης πόλης, οιειδικοίαπό το ΕΛΚΕΘΕ χρησιµοποίησαν µια εκτετεταµένη γκάµα τεχνολογικών οργάνων, όπως βυθόµετρα µεγάλης ακρίβειας, συσκευές (σόναρ) για την ακουστική αποτύπωση του βυθού και έναν τοµογράφο υποδοµής πυθµένα.

Από τα στοιχεία της γεωλογικήςκαι γεωφυσικής έρευνας που πραγµατοποίησαν, προέκυψε ότι ηΕλαφόνησος ήτανενωµένη µε τα αντικρυστά Βιγκλάφια σε µια ενιαία ακτογραµµή κατά τη διάρκεια της νεολιθικής περιόδου. Σε αυτό το τµήµα, κοντά στην Ελαφόνησο, ίσως να βρισκόταν και το λιµάνι της πόλης, το οποίο δεν εντοπίστηκε το περασµένο καλοκαίρι, όταν έγινε η έρευνα.

Το Παυλοπέτρι ανακάλυψε το 1969 ο γεωλόγος – ωκεανολόγος δρ Νίκολας Φλέµινγκ

Χαρτογράφησαν τον βυθό


Σε βάθος από 2,2 µέχρι 3,1 µέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας βρίσκεται το µεγαλύτερο µέρος της πόλης, από την οποία διασώζονται µόνο τα θεµέλια σπιτιών και κτιρίων. Τα πιο ορατά τµήµατα των θεµελίων είναι σειρές από πέτρες που εξέχουν το πολύ 40 εκατοστά από τον πυθµένα. Οι επιστήµονες από το ΕΛΚΕΘΕ που µε τον εξοπλισµό τους αποτύπωσαν τις λεπτοµέρειες του βυθού σε µία ζώνη πλάτους περίπου 800 µέτρων και µήκους πέντε χιλιοµέτρων, διαπίστωσαν ότι η άµµος που καλύπτει τον πυθµένα σιγά σιγά αποµακρύνεται. Με τα ηχοβολιστικά συστήµατα πλευρικής σάρωσης, χαρτογράφησαν τα λιβάδια Ποσειδωνίας στον βυθό, τις βυθισµένες παλαιοακτές που µαρτυρούν το ύψος της στάθµης της θάλασσας σε διάφορες χρονικές στιγµές, καθώς επίσης και τις αλλαγές που έχει υποστεί ο βυθός από την αγκυροβολία πλοίων στον κόλπο των Βάτικων.