Νo 11
«Επάγγελµα: ρεπόρτερ»
Πιο πολύ του πάει ο αγγλικός τίτλος «Τhe Ρassenger».
Γιατί επιβάτης. Γιατί παρατηρητής. Γιατί αµέτοχος, ουδέτερος, αδρανής. Και γιατί όταν αλλάζει ταυτότητα και από επιβάτης αρχίζει να διεκδικεί µιαν άλλη ζωή, τότε έρχεται η καταστροφή. Το κόστος του προσωπικού του αδιεξόδου και µιας επίπλαστης αλλαγής!
Το 1964 µε την «Κόκκινη έρηµο» (Ιl Deserto Rosso) ο Μικελάντζελο Αντονιόνι (1912-2007) υπογράφει το υστερόγραφο της θρυλικής του τριλογίας. Πρώτα «Η Περιπέτεια» (L Αvventura), έπειτα «Η Νύχτα» (La Νotte) και τέλος «Η έκλειψη» (L Εclisse). Και οι τέσσερις συγκροτούν το πατρόν του µοντέρνου σινεµά. Εσωτερικών σχέσεων και προσωπικών αλλά και µεγαλοαστικών αδιεξόδων. Τα πάντα είναι εκεί. Ακόµα και σήµερα. Ακόµα και αύριο. Ο αθεόφοβος έβλεπε µπροστά, πολύ µπροστά από εµάς τους µύωπες και κοινούς θνητούς Δύο χρόνια αργότερα, κάπου το 1966, εγκαταλείπει την Ιταλία και αρχίζει, σαν επιβάτης κι αυτός, την περιπλάνησή του προς Αγγλία και Αµερική.
Πρώτα µε το «Βlow Up» στο Λονδίνο και ύστερα µε το «Ζabriskie Ρoint» στις ΗΠΑ.
Κάπου εκεί συνειδητοποιεί το προσωπικό του αδιέξοδο. Θέλει να µετακινηθεί προς τη δράση, τη συµµετοχή, να εµπλακεί αλλά δεν µπορεί. Και κάπου εκεί πέφτει σε µια ιστορία που έχει γράψει ο Μark Ρeople. Του πήγαινε γάντι. Η περίπτωσή του, αποτυπωµένη στη διαδροµή ενός τηλεοπτικού ρεπόρτερ µε το όνοµα Ντέιβιντ Locke. Το «Lock», δηλαδή κλειδωµένος, εντελώς συµβολικό. Ετσι και µε ατού το όνοµα Τζακ Νίκολσον που η φήµη του, η γοητεία του, η επιδόσεις του και η µαγκιά του κάλπαζαν προς την αθανασία, σκηνοθετεί το «Επάγγελµα: ρεπόρτερ» βάζοντας την τελευταία του σφραγίδα σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή φιλµογραφία.
Οπως όλα τα κινηµατογραφικά µεγαθήρια, έτσι κι αυτό.
Οχι ένα, αλλά πολλά είδη µαζί. Χαρµάνι, δηλαδή. Το στυλ road movie. Περιπέτεια περιπλάνησης, αναζήτησης. Το στόρι «δράµα υπαρξιακό». Η ατµόσφαιρα θρίλερ. Το βάθος πολιτικό. Και µαζί µε όλα αυτά ένα επίτευγµα κινητογραφικό. Του Film making. Δηλαδή µια σκηνή, το φινάλε της ταινίας, διάρκειας επτά λεπτών γυρισµένη µονοκοπανιά. Ο Λουτσιάνο Τόβολι (του 1936), µια θηριώδης φυσιογνωµία στη διεύθυνση φωτογραφίας, επινοεί ολόκληρη κατασκευή, ασύλλυπτη για την εποχή της. Οπου στην οροφή ενός δωµατίου ξενοδοχείου στη περιοχή Οσούνα της Σεβίλλης στο οποίο διαµένει ο Ντέιβιντ Λοκ (Τζακ Νίκολσον), στερεώνονται ράγες από τις οποίες κυκλοφορεί σαν τρένο η camera. Ετσι, µέσα σε διάστηµα επτά λεπτών και µε συνεχή ροή συµπυκνώνονται η προβληµατική και το επιµύθιο της ιστορίας. Ενα φινάλε που συνοψίζει ολόκληρο το είναι της ταινίας.
Ο Λοκ ξαπλωµένος στο κρεβάτι του δωµατίου. Εξω στον περίγυρο το κορίτσι (Μαρία Σνάιντερ). Ενα αυτοκίνητο σταµατάει και τρεις τύποι εισβάλλουν στο ξενοδοχείο. Ο θεατής τούς βλέπει να βγαίνουν από το αυτοκίνητο αλλά στη συνέχεια τούς χάνει από τον οπτικό του ορίζοντα. Ετσι, µόνο από την ηχητική µπάντα, αρχίζει να υποπτεύεται και να σκηνοθετεί µόνος του τη συνέχεια της κατάληξης από την εµφάνιση αυτών των τριών µισθοφόρων στο δωµάτιο του Λοκ. Ταυτόχρονα, όταν η δολοφονία του Λοκ συντελείται (την ακούµε αµυδρά χωρίς να βλέπουµε το γεγονός), ένα δεύτερο αυτοκίνητο καταφθάνει µε τη σύζυγό του (Τζένι Ρανέικρ) και τον στενό του συνεργάτη (Ιαν Χέντρι). Και αυτοί, κατά µία έννοια, τον «καταδιώκουν», αν και στην πραγµατικότητα ψάχνουν να βρουν τα ίχνη κάποιου άλλου, του Ντέιβιντ Ρόµπερτσον (Τσαρλς Μαλβέχιλ). Ο τελευταίος άνθρωπος που είδε ζωντανό τον Λοκ. Γιατί δεν ξέρουν, όπως γνωρίζουµε εµείς οι θεατές, ότι ο Ρόµπερτσον έχει πεθάνει από καρδιακή προσβολή και ότι ο Λοκ άλλαξε ταυτότητα, πήρε το όνοµα του νεκρού και τώρα τριγυρίζει στην Ευρώπη µε ξένο όνοµα.
Η σύζυγος λοιπόν και ο συνεργάτης του από τη Βρετανία τον θεωρούν νεκρό. Οι δολοφόνοι, πράκτορες µιας δικτατορικής κυβέρνησης από την Αφρική, τον σκοτώνουν, πιστεύοντας και αυτοί ότι ο Λοκ είναι ο Ρόµπερτσον, δηλαδή ένας έµπορος που πουλάει όπλα στους αντάρτες κάποιου κρατιδίου της Αφρικής. Και κοντά σε όλους αυτούς, το κορίτσι που φλερτάρει µαζί του τον εγκαταλείπει κι αυτή. Μια κατάληξη προαναγγελθείσα από το πρώτο πλάνο, όταν ο Λοκ µαζί µε το αυτοκίνητό του, ένα θηριώδες Land Rover, κολλάνε σε έναν ωκεανό άµµου της αφρικανικής Σαχάρας. Είπαµε. Θέλει ν αλλάξει αλλά δεν µπορεί. Το πεπρωµένο φυγείν αδύνατον. Ετσι, µέσα σε επτά λεπτά ο Αντονιόνι συνοψίζει την καρδιά και την ψυχή της ταινίας. Και έτσι η επινόηση του µονοπλάνου, µαζί µε την ιδιαίτερη και δύσκολη αυτή κατασκευή, υπηρετούν το περιεχόµενο της ιστορίας. Δηλαδή από τη γραφή προκύπτει το νόηµα και από το νόηµα προκύπτει η ανάγκη αυτής της συγκεκριµένης γραφής. Απίστευτη διαλεκτική ενότητα περιεχοµένου και φόρµας. Μαζί µε την «Επιστροφή» του Ρώσου Αντρέι Ζιαγκίντσεφ, τα δύο πληρέστερα Road Μovies του ευρω παϊκού σινεµά!







