Στο νέο βιβλίο του ο νοτιοαφρικανός νομπελίστας διοχετεύει την ψευδή είδηση ότι έχει πεθάνει και αφήνει τον βιογράφο του να παιδευτεί με τις μαρτυρίες πέντε αυτοπτών και κολλητών του. Ο Τζον Μ. Κουτσί με το «Θέρος» υποχρεώνει τη σύγχρονη λογοτεχνία να «φάει τη σκόνη του». Περιμένατε τίποτα λιγότερο;

Γιατί ο Κουτσί βάζει έναν ερασιτέχνη να τον βιογραφήσει και γιατί καλεί για μάρτυρες ανθρώπους που τον ξέρουν ελάχιστα ως συγγραφέα; Ποιος ο λόγος να ονομάσει Θέρος ολόκληρο βιβλίο και να στριμώξει σε μία αράδα την αγωνία του για τη φάση της συγκομιδής; Είναι αυτοβιογραφία όπως μοιάζει, ή μυθοπλασία όπως ξεκαθαρίζει ο ίδιος; Γιατί ο Βίνσεντ, ο εγγλέζος βιογράφος του, «πειράζει» τις απαντήσεις των πέντε συνεντευξιαζόμενων και γιατί κάποιοι από αυτούς ανακαλούν όσα έχει καταγράψει το μαγνητόφωνο; Ρlay.

Το σεξ και η σάμπα
Και τι δεν λέει η Τζούλια, παλιά ερωμένη του, που να μην το έχει πει ποτέ γυναίκα για τον πρώην της; «Σου έδινε την εντύπωση ότι ήταν εκτός τόπου. Ηταν προφανές ότι είχε ανάγκη από μια γυναίκα για να τον φροντίζει, μια χίπισσα με χαϊμαλιά, αξύριστες μασχάλες, να του ψωνίζει, να του μαγειρεύει και να του καθαρίζει, ίσως να του προμηθεύει και λίγη πρέζα». Τέτοιας λογής looser κι από σεξουαλικές επιδόσεις... ground zero.

Περίπου τα ίδια εξομολογείται και η Μάργκο, εξαδέλφη και παιδικός έρωτας του Κουτσί. Αυτή έχει περισσότερα δεδομένα αφού η σχέση τους ανάγεται στην παιδική ηλικία με φόντο όλο το πολυπρόσωπο κουτσέικο σόι, το οποίο δεν έχει δα και τη φήμη ανθρώπων που πατάνε γερά στη γη. Η Μάργκο τους περιγράφει βραδάκι να τρωγοπίνουν και να κουτσομπολεύουν στη βεράντα την ώρα που αυτή και ο εξάδελφος, ενήλικοι πια, ξημερώνονται στη μέση της ερήμου από βλάβη στη μίζα. Και αντί να πραγματοποιήσουν τον απωθημένο παιδικό τους έρωτα λόγω της σωματικής εγγύτητας ή έστω για να περάσει η ώρα, ο Τζον ακουμπάει το μαγουλάκι του στον ώμο της ποθητής ξαδελφούλας και το κόβει στον ύπνο, στα πέντε πρώτα λεπτά... «Γιατί δεν παντρεύτηκε; Λες να είναι ομοφυλόφιλος; Να είναι moffie; (γυναικωτός)» μουρμουρίζει πίσω από την πλάτη του σύσσωμη η οικογένεια Κουτσί. Και αυτή δεν είναι η μοναδική υποψία που τον συνοδεύει και δημιουργεί κατάσταση. Λένε ότι την κοπάνησε από τη Νότια Αφρική για να γλιτώσει τον στρατό, ότι τον έδιωξαν από την Αμερική λόγω παραβατικής συμπεριφοράς, ότι η στοργή που δείχνει για τον γέρο πατέρα του είναι εκ του πονηρού και ότι παριστάνει τον ποιητή, ενώ στην πραγματικότητα διδάσκει Αγγλικά σε παιδιά με χαμηλές επιδόσεις. Και εδώ έρχεται η σειρά της Αντριάνας να πει το λογάκι της για τον δάσκαλο της ανήλικης θυγατέρας της, η οποία εκφράζεται με ενθουσιασμό για τον προγυμναστή της σε βαθμό που να μπαίνουν ψύλλοι στ΄ αυτιά της μάνας ότι ο περίφημος δάσκαλος είναι στην πραγματικότητα ένας παιδεραστής και μισός... Από τα λεγόμενά της θα καταλάβουμε τι είδους πολιτικός σκουπιδότοπος για απελπισμένους είναι η Νότια Αφρική και τι εστί να είσαι Κουτσί, δηλαδή λευκός, γκαντέμης και ξενέρωτος και να θέλεις ντε και καλά να μάθεις σάμπα.

Η χώρα και η πολιτική
Στη σύντομη ερωτική σχέση τους ο Κουτσί πάτησε πολλές φορές το δαχτυλάκι της Αντριάνας, κυριολεκτικά και μεταφορικά: «Μόνο στη Νότια Αφρική συνάντησα τέτοιους ανθρώπους, άκαμπτους, απειθάρχητους, ανεπίδεκτους μαθήσεως. Τι στην ευχή τούς έκανε να έρθουν στην Αφρική, τη γενέτειρα του χορού;».

Η κατάθεση του ακαδημαϊκού Μάρτιν έχει άλλη αξία, μιας και συνάντησε τον συγγραφέα την εποχή που άρχιζε την καριέρα του στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν. Εκείνη όμως που βάζει την κατακλείδα στο παζλ είναι η Σοφί Ντενοέλ, καθηγήτρια Γαλλικής Φιλολογίας, την εποχή που ο Κουτσί δίδασκε στο αγγλικό τμήμα. Στο δικό της κομμάτι θα βρούμε ανεκτίμητες πληροφορίες για τις συνέπειες του απαρτχάιντ στα πανεπιστήμια, τον ιδεολογικό γρίφο του Τζον Μ. Κουτσί και τη δυσπιστία του απέναντι στους μαύρους ριζοσπάστες .