Πρόκειται για δυο αποφάνσεις του Γιάννη Τσαρούχη σε σχέση µε το τσιγάρο, που ακριβώς επειδή δεν έχουν καταγραφεί και είναι ελάχιστα γνωστές, θα ήταν δυνατόν να σταθούν αιτία για την αναθεώρηση της σχέσης τόσο µε το ίδιο το τσιγάρο όσο και µε την απαγόρευση του καπνίσµατος. Οταν είχε ρωτήσει ο αλησµόνητος ζωγράφος έναν φίλο του γιατί καπνίζει και του είχε απαντήσει ο φίλος αυτός: «Μα, Γιάννη, το τσιγάρο είναι πάθος», ο Τσαρούχης ανταπάντησε αµέσως: «Μα τι πάθος είναι αυτό που το αγοράζει κανείς στο περίπτερο;». Ενώ στον σπουδαίο ζωγράφο Νίκο Στεφάνου που, τότε τουλάχιστον, κάπνιζε αρειµανίως του είπε µε τον γνωστό ευθύβολο αλλά και ταυτόχρονα απλό του τρόπο: «Νίκο πρόσεξε, γιατί µε το τσιγάρο αναβάλλεις».

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς σοφός για να καταλάβει σε σχέση µε την πρώτη απόφανση δύο τουλάχιστον πράγµατα (η δεύτερη αναλύεται αυτόµατα σχεδόν από µόνη της µέσα στον καθένα όσο επιπόλαιος και αν είναι): ότι κάτι που µπορεί να λέγεται, να επαναλαµβάνεται και να θεωρείται ακαταµάχητο, σε µιαν αµερόληπτη θεώρησή του µπορεί να αποδειχθεί ένα καλά οργανωµένο και εγκατεστηµένο ψέµα. Και ότι για να ανατρέψεις οτιδήποτε, ακόµη κι ένα πολιτικό καθεστώς, χρειάζεται να ξεπεζέψεις από τον καθιερωµένο συρµό που θέλει την αµφισβήτηση, την ανατροπή και την επανάσταση, να µπορούν να υπάρξουν µέσα από κοινόχρηστα κλισέ, που κυκλοφορούν ως σωτήριες. Δεν υπάρχει καµιά αµφιβολία ότι ο φίλος που του χαρακτήρισε το τσιγάρο ως πάθος, µε την ίδια ευκολία θα µπορούσε να προµηθευτεί ιδέες και αισθήµατα ετοιµοπαράδοτα χάρις σε οποιοδήποτε µαγαζί ή κόµµα θα πουλούσε τη σχετική πραµάτεια.

Γινόταν βέβαια ακόµη πιο αποτελεσµατική η κουβέντα αυτή του Γιάννη Τσαρούχη, γιατί ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης µε µεγάλα πάθη ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο για να ναρκοθετήσει ή και να γελοιοποιήσει κάτι που εντελώς ψευδεπίγραφα χαρακτηρίζεται ως πάθος. Η έµµεση µοµφή που περιείχε η απάντηση του φίλου του ότι το τσιγάρο είναι πάθος και, εποµένως, ο Τσαρούχης δεν θα µπορούσε να το καταλάβει, µεταβαλλόταν αυτόµατα στην αποτελεσµατικότερη καταδίκη του τσιγάρου καθώς ο Τσαρούχης δοξολόγησε τα πάθη ως σύµφυτη µε το ανθρώπινο σώµα υπόθεση, κάτι δηλαδή που δεν αγοράζεται.

Τα σκεπτόµουν όλα αυτά διαβάζοντας σε µπαρ των Εξαρχείων µια αφισούλα που γράφει, εννοώντας σαφέστατα ως τροµακτική απειλή για το µέλλον την απαγόρευση του καπνίσµατος: «Σήµερα οι καπνιστές, αύριο οι παχύσαρκοι, ποιος έχει σειρά µεθαύριο;». Κατ’ αρχάς είναι εξοντωτικά άδικο να εξισώνεται η απαγόρευση του καπνίσµατος µε το κυνηγητό των εβραίων και τον οµοφυλόφιλων καθώς σε οξείες πολιτικά εποχές, αν δεν κάνω λάθος, χρησιµοποιούνταν µια αντίστοιχη φρασεολογία. Επειτα η προσθήκη της λέξης «παχύσαρκοι» µε την έννοια θα απαγορευθεί κάποια στιγµή η παραµονή σε µπαρ υπέρβαρων ανθρώπων, δείχνει ακριβώς πώς η µερική απαγόρευση µιας απόλαυσης που τη διαφεντεύουµε ως προσβολή κατακτηµένου δηµοκρατικού δικαιώµατος, µπορεί να µας κάνει να παραλογιζόµαστε.

Τι κέρδος αλήθεια αν όλοι αυτοί που κραυγάζουν, συναρτηµένα ή ασυνάρτητα, κατά του καπνίσµατος, παγκοσµίως, ξεσηκώνονταν ώστε να γίνει ανθρωπινότερη η µεταχείριση των αλλοδαπών καθώς εκεί κι αν δεν προσβάλλονται τα δηµοκρατικά δικαιώµατα. Αλλά όσο θεωρούµε επικίνδυνη και φασιστική την απαγόρευση γιατί θίγει την προσωπική µας απόλαυση, τόσο οι απαγορεύσεις θα γίνονται όλο και περισσότερο οδυνηρές σε χώρους που έχουν πια να κάνουν µε την ίδια τη ζωή ανθρώπων ανίσχυρων και καταδιωκόµενων. Πώς να γίνει κανείς πιστευτός ότι η έννοια της απαγόρευσης τον προσβάλλει όταν αφορά την προσωπική του απόλαυση, ενώ τον αφήνει αδιάφορο όταν έχει σχέση µε τη ζωή των άλλων;

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από