Παγκοσμιοποίηση, ομάδες-brands, παράγοντες-ολιγάρχες, οπαδοί παραδομένοι στη νοσταλγία πιο ρομαντικών εποχών. Οι κανόνες του παιχνιδιού εκτός αγωνιστικού χώρου άλλαξαν ριζικά τον 21ο αιώνα και η σύγχρονη βιβλιογραφία της ποδοσφαιρικής φιλολογίας εξερευνά τις προκλήσεις της νέας εποχής για τη μεγάλη «κοσμική θρησκεία της μπάλας»
Oποιος και να είναι ο ακριβής ορισμός που έδωσαν κάποτε οι Γερμανοί για το ποδόσφαιρο- είτε δηλαδή πρόκειται για το «πιο σημαντικό ασήμαντο πράγμα στον κόσμο» είτε για το «πιο ασήμαντο σημαντικό πράγμα στον κόσμο»- παραμένει εξαιρετικά εύστοχος στην αφαιρετική λιτότητά του. Μπορεί να προβάλει κανείς τα πάντα- ιδεολογίες, προκαταλήψεις, εμμονές, συμπλέγματα- σε κάτι τόσο ανθεκτικά δημοφιλές όπως το ποδόσφαιρο, και συχνά το κάνει. Δεν είναι και λίγα τα κρούσματα αυθαίρετης και επιπόλαιης ακαδημαϊκής χειραγώγησης του ποδοσφαίρου και των αμέτρητων οπαδών από σοβαρούς- και μη- αναλυτές φαινομένων της μαζικής κουλτούρας. Από την άλλη όμως (πάντα υπάρχει η άλλη πλευρά στο αμφιλεγόμενο και πάντα ρευστό σύμπαν της «στρογγυλής θεάς»), υπάρχουν εξαιρετικά κείμενα στην παγκόσμια βιβλιογραφία με θέμα την αγωνία και την έκσταση που προκαλεί η μπάλα σε αυτούς που την παρακολουθούν, αλλά και σε αυτούς που προσπαθούν να την κουμαντάρουν στον αγωνιστικό χώρο. Συχνά τα υπογράφουν καταξιωμένοι λογοτέχνες, όπως για παράδειγμα ο Ουρουγουανός Εντουάρντο Γκαλεάνο με τα Χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου ή ο Αγγλος Νικ Χόρνμπι με τον Πυρετό της μπάλας (και τα δύο βιβλία έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα).

Οπως και ο Χόρνμπι, ο δημοσιογράφος και νυν διευθυντής του έγκυρου βρετανικού περιοδικού «Νew Statesman» Τζέισον Κόουλι ήταν, είναι και θα είναι οπαδός της Αρσεναλ και είναι ακριβώς οι εμπειρίες του από τον μακροχρόνιο δεσμό με την ομάδα του Βόρειου Λονδίνου που αποτελούν τον άξονα ενός έντονα φορτισμένου ημερολογίου εμπειριών, συναισθημάτων και διαπιστώσεων για τη ζωή, τις σχέσεις αλλά και την ίδια την αθεράπευτη «αρρώστια» του οπαδισμού. Αντίθετα όμως από τον Χόρνμπι, ο κατά περίπου μία δεκαετία νεώτερος Κόουλι τοποθετεί το κέντρο βάρους του βιβλίου Το τελευταίο παιχνίδι σε έναν και μοναδικό (αλλά με πολλαπλή σημειολογία) ποδοσφαιρικό αγώνα, αυτόν μεταξύ της Λίβερπουλ και της Αρσεναλ, ο οποίος διεξήχθη στην έδρα της πρώτης την τελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος της περιόδου 1988-89.

Η Αρσεναλ έπρεπε να νικήσει με δύο γκολ διαφορά την αντίπαλό της για να της κλέψει τον τίτλο και τα κατάφερε στο τελευταίο λεπτό του αγώνα, σε μια από αυτές τις στιγμές που παγώνει ο χρόνος και κατοχυρώνονται στη συνείδηση των φιλάθλων οι μυθικές (ή ακόμα και μεταφυσικές) διαστάσεις του αθλήματος.

Οπαδισμός
Αν και τακτικός στις εξέδρες της αγαπημένης του ομάδας, εκείνη την ημέρα ο Τζέισον Κόουλι δεν βρισκόταν στο γήπεδο: «... Οταν ο Τόμας σκόραρε για να δώσει το πρωτάθλημα στην Αρσεναλ, εγώ καθόμουν ανάμεσα σε φίλους στο στριμωγμένο και με πολλή υγρασία δωμάτιο τηλεόρασης μιας φοιτητικής εστίας στο Σαουθάμπτον. Αν και δεν βρισκόμουν στις κερκίδες του Ανφιλντ, τίποτε δεν συγκρίνεται με αυτό που ένιωσα τότε. Τίποτε απ΄ όσα είχα ζήσει πριν κι απ΄ όσα θα ζούσα μετά: μια εκούσια και απόλυτη παράδοση στην αλλοφροσύνη της στιγμής. Είχα ένα αίσθημα ευφορίας για μέρες και εβδομάδες μετά το παιχνίδι. Το ένιωθα σε όλη την περίοδο των εξετάσεών μου- στη διάρκεια των οποίων ήμουν ασυνήθιστα συγκροτημένος, ψύχραιμος, άνετος κι ένιωθα επιτυχημένος. Κι αυτή η ελαφρότητα, αυτή η αίσθηση μεθυστικής αυτοϊκανοποίησης με συντρόφευε σε όλη την ασυνήθιστα μεγάλη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών που ακολούθησαν...».

Η βία ως άλλοθι
Υπήρξαν, παρ΄ όλα αυτά, πολλοί φίλαθλοι (ακόμα και οπαδοί της Αρσεναλ) στο Νησί, όπως ο πατέρας του συγγραφέα- πρόσωπο που δεσπόζει με τρυφερό αλλά και τραγικό τρόπο στην αφήγηση- οι οποίοι αρνήθηκαν να συμμετέχουν σε αυτή την πανηγυρική επιβεβαίωση της απρόβλεπτα συναρπαστικής φύσης του ποδοσφαίρου, αφού δεν είχαν συμπληρωθεί καλά καλά σαράντα ημέρες από το ground zero του αγγλικού ποδοσφαίρου, την τραγωδία του γηπέδου «Χίλσμπορο» στο Σέφιλντ, όπου 96 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας του συ νωστισμού και των ελλιπών μέτρων ασφαλείας στον ημιτελικό αγώνα Κυπέλλου μεταξύ της Λίβερπουλ και της Νότιγχαμ Φόρεστ.

Μετά το «Χίλσμπορο», όλα θα άλλαζαν στον κόσμο του αγγλικού- αλλά όχι μόνο- ποδοσφαίρου και όχι όλα προς το καλύτερο. Αλλοτε με αιτία και άλλοτε με αφορμή την ανεξέλεγκτη βία και την έλλειψη σύγχρονων προδιαγραφών στα γήπεδα, το παιχνίδι (με κάθε έννοια) δεν θα ήταν ποτέ το ίδιο. Η βία περιορίστηκε, αλλά συγχρόνως τα εισιτήρια άρχισαν να ακριβαίνουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, οι (φτηνές) κερκίδες ορθίων γκρεμίστηκαν, τα τηλεοπτικά δικαιώματα παραχωρήθηκαν στο συνδρομητικό ΒSkyΒ του Ρούπερτ Μέρντοχ και κάπως έτσι τελείωσε η εμπειρία του ποδοσφαίρου ως λαϊκού σαββατιάτικου ή κυριακάτικου προσκυνήματος στο γήπεδο, για να αρχίσει η κατανάλωση του ποδοσφαιρικού προϊόντος από τον καναπέ υπό την αιγίδα εκατοντάδων χορηγών.

Την ασυδοσία και τον ναρκισσευόμενο κυνισμό των σύγχρονων μεγαλοπαραγόντων του ποδοσφαίρου στηλιτεύει με το γνώριμο σαρκαστικό ύφος του και ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, σε ένα από τα κείμενα τα οποία ανθολόγησε ο γιος του μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του στην Μπανγκόκ το 2003. «...Ο Μπερλουσκόνι», λέει, «ενσάρκωνε με το παραπάνω τη φυλή εκείνη των επιχειρηματιών που έχουν πλουτίσει πολύ νωρίς και ψάχνουν μέσω της προεδρίας μιας ποδοσφαιρικής ομάδας την ευκαιρία για να έχουν έντονη κοινωνική παρουσία. Στην Ισπανία, ένα μεγάλο μέρος των ποδοσφαιρικών παραγόντων προέρχεται από τις κατασκευαστικές εταιρείες, από ένα χώρο δηλαδή κατάλληλο για να κάνεις γρήγορα λεφτά με τις πιο απάνθρωπες στρατηγικές, που αποτελούνται από ανθρώπους αναλόγου φυράματος, οι οποίοι βλέπουν τις επιχειρήσεις τους να λειτουργούν σχεδόν από μόνες τους και έχουν πολλά χρήματα, πολλές επαφές με την εξουσία και πολύ ελεύθερο χρόνο...».

Κι όμως, γράφει ο Κόουλι, «κάτι με εμποδίζει από το να αδιαφορήσω εντελώς, με εμποδίζει να δηλώσω ότι “έχω τελειώσει με το ποδόσφαιρο”. Κάτι με αναγκάζει να παρακολουθώ και να διαβάζω γι΄ αυτό, με αναγκάζει να πηγαίνω στα παιχνίδια ακόμα κι όταν εγώ ο ίδιος οπισθοχωρώ με αηδία στην άκρατη εμπορευματοποίηση, την υπερβολική έμφαση στο κέρδος- και θα έλεγα στον πατέρα μου ότι αυτό το κάτι έχει να κάνει με την αγάπη. Εχει να κάνει με τον ανεξίτηλο δεσμό που διαμορφώθηκε στην πρώιμη παιδική μου ηλικία, μια δέσμευση που είναι τόσο παράλογη όσο και η ίδια η πίστη, η οποία για τον αληθινό πιστό είναι διαρκής...».