ΣΤΙΣ 4 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1936 ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΕ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ. ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ, Ο «ΤΡΙΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ»- ΠΟΥ ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ ΟΤΙ ΘΑ ΣΥΝΔΥΑΖΕ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΑΙΣΘΗΜΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ- ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΤΟΥ Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ.

ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ, Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ (1871-1941) ΣΥΝΔΕΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑΞΕ ΠΟΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΡΙΕΡΑ. ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΡΗΞΗ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΕΙ ΤΗΝ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΑΛΛΑ ΕΝ ΤΕΛΕΙ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΤΟ ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΟ ΣΤΙΣ 28/10/1940, ΚΕΡΔΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΟΧΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΑΝΟΧΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ.

Ο «ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ» ΜΑΡΚΑΡΗΣ ΚΑΝΕΙ ΕΝΑ ΛΟΞΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ, ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ
«Την καθορισμένη ώρα, δέκα περίπου λεπτά πριν από τις τρεις, ο Στρατιωτικός Ακόλουθος, ο διερμηνέας και εγώ φθάσαμε στην καγκελόπορτα της μικρής βίλας, όπου έμενε ο Πρωθυπουργός. (…) Ο φρουρός άρχισε να κτυπά ένα ηλεκτρικό κουδούνι, που επικοινωνούσε με το εσωτερικό του σπιτιού, αλλά το υπηρετικό προσωπικό κοιμόταν. (…)

Επιτέλους το κουδούνισμα ξύπνησε τον ίδιο τον Μεταξά, ο οποίος έκαμε την εμφάνισή του σε μια μικρή πόρτα υπηρεσίας και, αναγνωρίζοντάς με, διέταξε τον φρουρό να με αφήσει να περάσω. (…) Μου έσφιξε το χέρι, με έβαλε μέσα και με άφησε να περάσω σε ένα μικρό σαλόνι, το συνηθισμένο σαλονάκι μιας μικροαστικής, εξοχικής, βιλίτσας».

Έτσι περιγράφει ο πρέσβης της Ιταλίας στην Αθήνα, ο Εμανουέλε Γκράτσι, στο βιβλίο του Η Αρχή του Τέλους, τη μοιραία συνάντησή του με τον Ιωάννη Μεταξά τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν του επέδωσε το τελεσίγραφο του Μουσολίνι.

Μια μικρή βίλα, ούτε περιπολικό ούτε ασφάλεια υψηλών προσώπων. Ένας φρουρός όλος κι όλος φυλάει τον δικτάτορα-πρωθυπουργό της χώρας. Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν χρειαζόταν να κάνει δήλωση σεμνότητας και ταπεινοφροσύνης. Μπορεί να του καταλογίσει κανείς χιλιάδες άλλα: βασανιστήρια, ξερονήσια, τις φυλακές Ακροναυπλίας, δεν μπορεί όμως να του αμφισβητήσει ότι ήταν σεμνός και ταπεινός.

Ο μοναρχικός Εμανουέλε Γκράτσι έτρεφε μεγάλη συμπάθεια για τον δικτάτορα Μεταξά. Πιο πολύ από δικτάτορα, έβλεπε στο πρόσωπό του έναν νοικοκύρη. Αντιθέτως, δεν εκτιμούσε καθόλου τον Μουσολίνι, και κυρίως τον κόμη Τσιάνο και το περιβάλλον του υπουργείου Εξωτερικών της Ιταλίας. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. Αν, δηλαδή, ο δικτάτορας εκτιμούσε εξίσου το μοναρχικό πρέσβη της Ιταλίας. Δεν αποκλείεται ο πονηρός Μεταξάς να διέγνωσε την αδυναμία του Γκράτσι για το άτομό του και να την ενίσχυσε με την τότε κυρίαρχη εξίσωση «έντιμος και κακομοίρης = συμπαθής Έλλην».

Η πορεία του Ιωάννη Μεταξά προς την 4η Αυγούστου ακολούθησε μια πεπατημένη, που είχε πολλούς θιασώτες στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου. Από την Ιβηρική Χερσόνησο του Φράνκο και του Σαλαζάρ στη Γερμανία του Γ΄ Ράιχ, από την Ιταλία του Μουσολίνι ώς τη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν, διαμέσου της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, οι δικτατορίες- φαλαγγίτικες, ναζιστικές, φασιστικές και προλεταριακές- ήταν σε πλήρη άνθηση. Οι δικτατορίες ανήκαν στο γίγνεσθαι του μοντερνισμού. Από τον Έζρα Πάουντ στον Πιραντέλο, από τον Γκότφριντ Μπεν στον Σελίν και από εκεί στον Χάιντεγκερ, τον Νταλί και τους Σοβιετικούς, όπως τον Σολόχοφ ή τον Βσέβολοντ Βισνιέφσκι, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα ασκούσαν μια τρομερή έλξη πάνω σε ποιητές, συγγραφείς, φιλόσοφους και ζωγράφους. Όχι πως ο Μεταξάς ήταν μοντερνιστής. Απλώς, ήξερε από πού φυσούσε ο άνεμος: από τα Ανάκτορα. Άλλωστε, και η αναρρίχησή του στην εξουσία ήταν έργο β΄ προβολής. Αν εξαιρέσουμε τον Φράνκο, ο οποίος είχε νικήσει στον εμφύλιο της Ισπανίας, και τον Στάλιν που διαδέχτηκε τον Λένιν με απόφαση του Κ.Κ. της ΕΣΣΔ, ο Μουσολίνι και ο Μεταξάς κατέλαβαν την εξουσία με την υποστήριξη των βασιλέων (του Βιτόριο Εμανουέλε Γ΄ και και του Γεωργίου Β΄) και ο Χίτλερ με την υποστήριξη του Χίντενμπουργκ, του προέδρου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν ήταν, ωστόσο, ένας δικτάτορας κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν των ομοϊδεατών του ηγετών στην Ευρώπη. Αν και στρατιωτικός, δεν είχε ιδιαίτερη αδυναμία στη στολή. Έψαξα να βρω φωτογραφίες του με στρατιωτική ενδυμασία και βρήκα μόνο μία από τη Σχολή Ευελπίδων. Το θεωρώ απίθανο να μη φωτογραφήθηκε ποτέ ως στρατιωτικός. Μάλλον θα τις απέσυρε από την κυκλοφορία.

Οι υπόλοιποι ηγέτες ολοκληρωτικών καθεστώτων στην Ευρώπη είχαν μια σχεδόν φετιχιστική αδυναμία για τη στολή. Αν εξαιρέσουμε και πάλι τον Φράνκο, που στο κάτω κάτω ήταν στρατηγός και δικαιωματικά τη φορούσε, όλοι οι άλλοι κυκλοφορούσαν ως ένστολα φιγουρίνια. Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι καμάρωναν με στολές στρατηγών, έστω και αν οι στρατηγικές τους γνώσεις δεν ξεπερνούσαν εκείνες του δεκανέα στην περίπτωση του Χίτλερ, ενώ ήταν παντελώς ανύπαρκτες στην περίπτωση του Μουσολίνι. Αλλά και ο Στάλιν, μολονότι δεν φορούσε πάντα στολή στρατηγού, δεν υπάρχει ούτε μία φωτογραφία του που να μην τον δείχνει με στρατιωτική περιβολή.

Αντίθετα, ο Μεταξάς κυκλοφορούσε με κοστούμι, καπέλο με ρεβέρ και μπαστούνι με χρυσή λαβή. Εδώ που τα λέμε, το παράστημα του δεν έπειθε καθόλου για στρατιωτικό. Κοντός και εύσωμος, θύμιζε εκείνα τα λαστιχένια, χοντρά ανθρωπάκια, που όταν τα ζουλάς, η κοιλίτσα τους κολλάει στην πλάτη τους.

Ο Γκράτσι υποστηρίζει ότι ήταν τρομερά ευσυγκίνητος. Έφτανε να του πεις μια καλή κου βέντα και δάκρυζε. Ας μη βιαστούμε να απορρίψουμε τα δάκρυα αυτά ως κροκοδείλια. Ασφαλώς, όσοι έζησαν την περίοδο της 4ης Αυγούστου, ή όσοι τη μελέτησαν εκ των υστέρων, βγάζουν σπυριά. Από την άλλη, ο Γκράτσι ήταν ένας εξαιρετικά οξυδερκής παρατηρητής. Και είχε δίκιο που τόνιζε τη «νοικοκυρεμένη» διαχείριση του Μεταξά. Γιατί ο Μεταξάς ήταν πάνω απ΄ όλα νοικοκύρης. Όποιος με θεωρεί υπερβολικό, ας ξεφυλλίσει τους τέσσερις τόμους του Ημερολογίου του. Δεν υπάρχει σελίδα που να μη μιλάει για τα ενοίκια που εισπράττει, για τα προβλήματα με τους νοικάρηδες του. «Ενοικίασα την γκαρσονιέρα σε καλή τιμή», σημειώνει σε κάποια στιγμή περιχαρής. Σ΄ αυτές τις καταχωρήσεις το ύφος δεν είναι ύφος στρατιωτικού ή πολιτικού. Είναι ύφος εισοδηματία, που αγωνιά μήπως μειωθούν τα έσοδά του και δεν μπορεί να συντηρήσει ικανοποιητικά την οικογένειά του.

Εξίσου επιβεβαιώνεται και το «ευσυγκίνητος» από το Ημερολόγιο. Δεν ήταν ευσυγκίνητος μόνο απέναντι στον Γκράτσι, αλλά και απέναντι στην οικογένειά του. Σελίδες ολόκληρες είναι γεμάτες με τα οικογενειακά, με τη Λέλα τη γυναίκα του, με τις δυο κόρες του, την αδελφή του Μαριάνθη και τον Κωστάκη τον αδελφό του. Η παραμικρή ασθένεια της γυναίκας του ή μιας κόρης του γίνεται ολόκληρο θέμα, που τον κάνει να αγωνιά μέρες ολόκληρες. Συνεπώς, το «σεμνός και ταπεινός» που είπα στην αρχή συμπληρώνει την εικόνα του «καλού οικογενειάρχη» και «καλού νοικοκύρη». Η 4η Αυγούστου ήταν ο θρίαμβος του μικροαστισμού, κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν του «κυβερνήτη» της. Μπορεί ο Μεταξάς να διακήρυττε τον «Γ΄ Ελληνικό Πολιτισμό», αλλά αυτό δεν ήταν παρά μια μαϊμού εκδοχή του «Γ΄ Ράιχ» και συνεπώς για τα μάτια.

Τα φαινόμενα όμως απατούν ή, αν προτιμάτε, έχουν δύο όψεις. Η άλλη είναι η όψη ενός στρατιωτικού που δεν κατάφερε ποτέ να ενταχθεί στο, κατά τα άλλα ταραχώδες, γεμάτο μίση και παλινωδίες, πολιτικό σύστημα του Μεσοπολέμου και κατάντησε να απεχθάνεται τους πολιτικούς και το Κοινοβούλιο. Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλη διαπίστωση που βγαίνει από το Ημερολόγιο. Εκείνο το «είμαι και κοντός», που σημειώνει κάπου, επειδή κανείς δεν τον προσέχει, έχει διπλή σημασία: κοντός ως διάπλαση και κοντός πολιτικά.

Ο συνδυασμός του καλού νοικοκύρη και οικογενειάρχη ήταν μοιραίο να του δημιουργήσει το σύνδρομο του καλού πατέρα. «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα;», τραγουδούσαν η νέοι της ΕΟΝ, της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας. «Το βράδυ γεύμα μου προς την ΕΟΝ. Τι ενθουσιασμός, απερίγραπτος!», σημειώνει στις 9 Ιανουαρίου 1939. Και παρακάτω, σε άλλο σημείο: «Εκεί, όλοι τους παιδιά μου, παιδιά μου!».

Μόνο που είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς ανάμεσα στον πατέρα και σε ένα είδος Κορλεόνε. Και οι Κορλεόνε αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως πατέρες και αρχηγούς οικογενείας, μόνο που εξόντωναν όλες τις άλλες οικογένειες, ακριβώς όπως και ο Μεταξάς είχε πνίξει σε μαύρο δάκρυ τις υπόλοιπες οικογένειες πολιτικών γύρω του. Η άλλη όψη του Μεταξά φαίνεται καθαρά στην τελευταία παράγραφο του Διαγγέλματος της 4ης Αυγούστου: «…ζητώ από πάντας πλήρη πειθαρχία προς το Κράτος, απαραίτητον διά την σωτηρίαν της Ελληνικής κοινωνίας. (…) Οφείλω όμως να δηλώσω επίσης κατηγορηματικώς ότι οιανδήποτε αντίστασιν (…) είμαι αποφασισμένος να την εξουδετερώσω διά του τραχυτέρου τρόπου». Και το έκανε, σύμφωνα με τη ρήση που βάζει ο Μπρεχτ στην

Η πορεία του Ιωάννη Μεταξά προς την 4η Αυγούστου ακολούθησε μια πεπατημένη, που είχε πολλούς θιασώτες στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου. Ο Μεταξάς ήξερε από πού φυσούσε ο άνεμος: από τα Ανάκτορα. Και η αναρρίχησή του στην εξουσία ήταν έργο β΄ προβολής

«Άνοδο του Αρτούρο Ούι» στο στόμα του Ούι/Χίτλερ: «Όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου και θα υποστεί τις συνέπειες».

Δεν είναι εύκολο να εκτιμήσει κανείς σωστά τις στρατιωτικές του ικανότητες. Οι βενιζελικοί τον καθαιρούσαν, ενώ ο βασιλιάς τον αποκαθιστούσε. Όταν η καριέρα σου κινείται ανάμεσα στην εύνοια και στη δυσμένεια, πώς να εκτιμήσεις, ακόμα και ο ίδιος, τι αξίζεις; Είναι, πάντως, σίγουρο ότι ο Μεταξάς δεν υπήρξε πολεμοχαρής. Το αντίθετο, μάλιστα. Ήταν ένθερμος οπαδός της ουδετερότητας. Η σύγκρουσή του με τον Βενιζέλο προήλθε από τη διαφωνία του για τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων. Την ίδια ουδετερότητα προσπάθησε να διαφυλάξει με νύχια και με δόντια και στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα το είχε καταφέρει, όπως και ο Ινονού στην Τουρκία. Ο Χίτλερ αδιαφορούσε για την Ελλάδα, ενώ οι Άγγλοι προτιμούσαν μια Ελλάδα ουδέτερη. Για κακή του τύχη, και δική μας, σκόνταψε πάνω στον μεγαλομανή ηλίθιο Μουσολίνι.

Σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η δημοκρατία νικούσε πάντα στο τέλος, γιατί ήταν το τέλειο αμυντικό σύστημα, ένα είδος πολι τικού «κατενάτσιο». Κέρδισε σχεδόν όλες τις μάχες και στο πολιτικό και στο στρατιωτικό επίπεδο, χάρη στην τέλεια αμυντική στρατηγική της. Η επιθετική μορφή της δημοκρατίας, που εκφράζεται ως εξαγώγιμο προϊόν σε τριτοκοσμικές χώρες, είναι έμπνευση του 21ου αιώνα και είναι άκρως ατυχής, γιατί αποδομεί την αμυντική υπόστασή της, την καθιερώνει ως επιθετικό σύστημα και την καταδικάζει σε αποτυχία.

Μπορεί να μην κατάφερε να διατηρήσει την ουδετερότητα, ο Μεταξάς έσωσε ωστόσο την υστεροφημία του, με την ένταξη της Ελλάδας στο αμυντικό σύστημα της δημοκρατίας, έστω και τυχαία, έστω και παρά τη θέλησή του. Δεν ξέρω πόση πίκρα και απογοήτευση του στοίχισε το Όχι, που σήμαινε γι΄ αυτόν μοιραίως την ένταξη της Ελλάδας στην αμυντική διάταξη των Συμμάχων, δηλαδή των εχθρικών δημοκρατικών καθεστώτων. Ξέρω ότι είχε την αποφασιστικότητα να το κάνει, και μάλιστα σε μια εποχή που το αμυντικό σύστημα παρέπαιε ακόμα. Πώς το λέει ο Καβάφης; «Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα/ που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι/ να πούνε…». Ίσως τελικά το μεγάλο Όχι του Μεταξά να ήταν πάνω απ΄ όλα ένα Όχι καβαφικό.

Θεατρικός συγγραφέας που εξελίχθηκε σε μυθιστοριογράφο με πανευρωπαϊκή απήχηση, ο και πρόεδρος του Δ.Σ. του Κέντρου Βιβλίου Πέτρος Μάρκαρης γράφει συστηματικά αστυνομικές ιστορίες που πατούν γερά πάνω στη μεταπολεμική ελληνική ιστορία «φωτογραφίζοντας» συχνά τους πρωταγωνιστές της