«Νιώθω ακόμη κάπως τρομοκρατημένος. Αλλά νιώθω και πιο δυνατός από τη στήριξη που είχα από την οικογένειά μου, τους φίλους μου και γενικότερα από την κοινωνία που με συντρόφευε σε κάθε στιγμή του εγκλεισμού μου και αποδείκνυε πως η αθωότητά μου θα φανεί».

O Παναγιώτης Κετίκης προφέρει κάθε του λέξη δυνατά. Στα 19 του χρόνια βρέθηκε χωρίς να έχει καταλάβει ακόμη το γιατί από ένα πάρτι στο Πολυτεχνείο στη φυλακή. Για κακή του τύχη στις 4 Μαΐου φορούσε το ίδιο ζευγάρι πράσινα παπούτσια με έναν κουκουλοφόρο που έσπαγε και έκαιγε αυτοκίνητα έξω από τη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ.

Ύστερα από 46 ημέρες είδε επιτέλους την πόρτα της φυλακής να κλείνει πίσω του. Οι πρώτοι άνθρωποι που είδε ήταν οι γονείς του, ο μικρός αδελφός του, οι θείοι του. Πρόσωπα που για 46 ημέρες τα έβλεπε πίσω από έναν γυάλινο τοίχο. Μέρα παρά μέρα και κάθε δεύτερη Κυριακή. Ο αδελφός του άντεξε δύο φορές να πάει στο επισκεπτήριο. Δεν άντεξε περισσότερο να βλέπει τον αδελφό του εκεί μέσα. «Χάρη στις επισκέψεις τους και τις τηλεφωνικές συνομιλίες που είχα με κάποιους φίλους μου κατάφερα να αντέξω τη φυλακή. Για να σου πω όμως την αλήθεια, κάποιες στιγμές οι ρόλοι αντιστρέφονταν και έπρεπε να είμαι εγώ αυτός που έδινα κουράγιο στη μητέρα, τον πατέρα μου, τους παππούδες μου. Όλοι μαζί υποφέραμε».

Το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκε στο σπίτι του αμέσως μετά την αποφυλάκιση του, ξύπνησε και ρώτησε τη μητέρα του: «Πού βρίσκομαι; Ποιο είναι αυτό το μέρος που κοιμάμαι; Έχει και εδώ κατσαρίδες;». «Εκτιμάς ξαφνικά τα απλά πράγματα. Πίνεις τον καφέ σου όπως θέλεις, όποια ώρα θέλεις. Νομίζω πως η εμπειρία από τη φυλακή με έκανε ώριμο και με βοήθησε να εκτιμήσω πράγματα που καθημερινά αγνοούμε θεωρώντας τα αυτονόητα».

Από το μυαλό του προσπαθεί ακόμη να σβήσει τη στιγμή που άκουσε τον δεσμοφύλακα

«Νομίζω πως η εμπειρία από τη φυλακή με έκανε ώριμο και με βοήθησε να εκτιμήσω πράγματα που καθημερινά αγνοούμε θεωρώντας τα αυτονόητα»

να γυρνάει το κλειδί του κελιού του. Από τις 10 Μαΐου μέχρι τις 19 Ιουνίου μοιραζόταν ένα μικρό κελί παρέα με 4 και λίγο αργότερα 3 άτομα, καταδικασμένα για υποθέσεις ναρκωτικών. Οι περισσότεροι συνομήλικοί του. «Αν θέλεις το πιστεύεις, αλλά όταν είδα τη φυλακή ηρέμησα, γιατί σε σύγκριση με τα κρατητήρια, οι συνθήκες ήταν ανθρώπινες».

Οι υπόλοιποι κρατούμενοι πώς σου φέρθηκαν;

Πολύ καλά, αφού ήξεραν πως είμαι αθώος και πως σύντομα θα αποφυλακιζόμουν.

Την ώρα σου πώς την περνούσες στη φυλακή; Η ώρα μου περνούσε κυρίως με διάβασμα, μουσική, σκέψη και περπάτημα στο προαύλιο. Γενικά προσπαθούσα να βρω διεξόδους να ηρεμήσω και να ξεχάσω το πού βρισκόμουν. Τα μυθιστορήματα αποδείχτηκαν σωτήρια στην προσπάθεια αυτή.


«Είμαι θύμα μεγίστης αδικίας»

Τ ις επόμενες ημέρες θα πρέπει να γυρίσει στη Θεσσαλονίκη για να δώσει εξετάσεις στη Σχολή των Χημικών Μηχανικών, όπου είναι φοιτητής στο δεύτερο έτος στο Τμήμα Χημικών- Μηχανικών στο ΑΠΘ. Η μητέρα του φοβάται να τον στείλει. Φοβάται μήπως ξαναχτυπήσει βράδυ το τηλέφωνο στο σπίτι και κάποιος την ενημερώσει πως ο Παναγιώτης αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα.

Νιώθεις πως είσαι το εξιλαστήριο θύμα ή θύμα αστυνομικής σκευωρίας;

Το αν είμαι εξιλαστήριο θύμα ή όχι της αστυνομίας θα το αποφασίσει η Δικαιοσύνη, το μόνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι είμαι αθώος και θύμα μεγίστης αδικίας. Μακάρι να πρόκειται για ανθρώπινο λάθος.

Δεν νιώθεις όμως θυμωμένος με αυτούς που σου προκάλεσαν αυτήν την κατάσταση;

Ο θυμός οδηγεί στην οργή, η οργή στην εκδίκηση και πάντα όπως η δράση φέρνει αντίδραση, η εκδίκηση φέρνει την αντεκδίκηση. Όλα τα παραπάνω δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο βίας και καταστροφής, πράγματα που καταδικάζω απερίφραστα και που δεν ταιριάζουν στην ιδεολογία μου. Προτιμώ να σκέφτομαι με ηρεμία, νηφαλιότητα και τη μεγαλύτερη δυνατή ωριμότητα.

Θέλει να κάνει τα σχέδιά του για την επόμενη χρονιά. Με τις παρέες του, στη σχολή που του αρέσει πολύ. Πρέπει όμως να περιμένει την ολοκλήρωση της ανάκρισης. Διαδικασία που μπορεί να τον φέρει όμως και πάλι πίσω στη φυλακή.

«Η αθωότητά μου είναι καταφανής και η δικαίωσή μου αναμενόμενη. Πιστεύω και έχω εμπιστοσύνη στην Ελληνική Δικαιοσύνη και ήδη το βούλευμα αποφυλάκισής μου, που θεωρώ πως τέθηκε σε σωστή βάση, με έκρινε μη επικίνδυνο και μη ύποπτο φυγής και την ευχαριστώ πολύ γι΄ αυτό».


«Κομμάτι της αθωότητάς μου τα πράσινα παπούτσια»

Ετοιμάζεται να βγει έξω και να συναντήσει μερικούς φίλους του. Την αποφυλάκισή του δεν πρόλαβε να τη χαρεί όπως ήθελε, γιατί ο παππούς του αρρώστησε βαριά και ο Παναγιώτης προσπαθεί να περάσει μαζί του όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες μαζί του. Φοράει τα πράσινα παπούτσια του, αυτά που από ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας στάθηκαν η αφορμή να χάσει την ελευθερία του για 46 ημέρες. Στο ένα έχει γράψει την ημερομηνία 05/05/07, ημέρα που προφυλακίστηκε. Στο άλλο παπούτσι έγραψε 19/06/07, ημέρα που αποφυλακίστηκε.

«Τα παπούτσια αυτά είναι για εμένα κομμάτι της αθωότητάς μου και της αδικίας που χαρακτηρίζει την ταλαιπωρία των τελευταίων εβδομάδων», απαντάει στην ερώτηση αν έχει σκεφτεί να μην τα ξαναφορέσει.