«Πρέπει να αλλάξεις τη ζωή σου», λέει σε ένα στίχο του ο Ρίλκε. Μια από τις
λειτουργίες της τέχνης, συμπληρώνει η Νικόλ Κράους, είναι ότι σε υποχρεώνει να αλλάξεις.





Νικόλ Κράους: η 32χρονη συγγραφέας ζει στη Νέα Υόρκη με τον άνδρα της, το
παιδί τους και το υπέροχο Λαμπραντόρ τους


Σε αυτό το μυθιστόρημα πρωταγωνιστούν πολλοί άνθρωποι. Ο Λίο, ένας Εβραίος
πρώην κλειδαράς από το Σλόνιμ, πόλη της Πολωνίας που δεν υπάρχει πια. Ο Ζβι,
ένας μελαγχολικός εμιγκρές από το Μπουένος Άιρες. Η Μάρθα, μια χήρα που δεν
μπορεί κανείς να την παρηγορήσει. Ο Μπερντ, ένα αγόρι που προτιμά να υποδύεται
τον Μεσσία από το να κάνει παρέα με τους συμμαθητές του. Η Άλμα, η πρώτη αγάπη
του Λίο, αλλά και μια συμμαθήτριά του στη Νέα Υόρκη. Πρωταγωνιστούν επίσης
ορισμένα απολιθώματα, όπως ένα γέρικο φυτό, ιδιαίτερα πεισματάρικο. «Μετά βίας
ζει, αλλά ζει. Ορισμένα κλαδιά του έχουν ξεραθεί, αλλά εξακολουθεί να ζει,
πάντα στραμμένο προς τ' αριστερά. Ακόμη κι όταν το γυρίζω ώστε η μεριά που
βλέπει προς τον ήλιο να μη βλέπει πια προς τον ήλιο, αυτό στρέφεται και πάλι
προς τ' αριστερά, θυσιάζοντας τη φυσική ανάγκη στη δημιουργική πράξη».


Αυτό το μυθιστόρημα είναι γεμάτο θλίψη, ή μάλλον θλιβερές ερωτικές ιστορίες,
αλλά δεν είναι ένα θλιβερό μυθιστόρημα. Μιλά βέβαια για μερικά εκατομμύρια
νεκρούς, μερικοί από τους οποίους αφορούν προσωπικά τον Λίο και τον Ζβι. Μιλά
για την απώλεια, αλλά κυρίως για τις στρατηγικές που αναπτύσσει κανείς για να
αναπληρώσει την απώλεια. Μιλά κυρίως για την αγάπη, στην οποία οφείλει και τον
τίτλο του. «"Τι μπορώ να κάνω για σένα; Σ' αγαπώ τόσο πολύ", έλεγε η μητέρα
μου, κι εγώ ήθελα πάντα να της πω, αλλά δεν το έκανα ποτέ: "Αγάπα με
λιγότερο"», θυμάται η Άλμα. Είναι ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της φαντασίας
ως εργαλείο επιβίωσης, όπως λέει η συγγραφέας του. Ή ως παρηγοριά.


Η Νικόλ Κράους είναι σήμερα 32 ετών. Άρχισε να γράφει στα δεκατρία της, τη
χειρότερη ηλικία για ένα κορίτσι όπως λέει στη Λιμπερασιόν, μια ηλικία
όπου δεν έχεις κανέναν έλεγχο της ζωής σου, όλα είναι στα χέρια των γονιών σου
και των δασκάλων σου. Είχε τότε ένα φίλο που της έγραφε ποιήματα για τη σχέση
τους. Εκείνη είχε διαβάσει πολλά μυθιστορήματα, αλλά ήταν η πρώτη φορά στη ζωή
της που διάβαζε ποιήματα, ενθουσιάστηκε, άρχισε να γράφει κι αυτή. Ήταν βέβαια
φρικτά, αλλά της άρεσε που τα έγραφε. Ύστερα το γύρισε στη λογοτεχνία, από τα
δεκάξι της χρόνια γράφει κάθε μέρα, τη μισή της ζωή δηλαδή. Η «Ιστορία της
αγάπης» είναι το δεύτερο βιβλίο της και το αφιέρωσε στους παππούδες και τις
γιαγιάδες της, Εβραίους που ήρθαν στην Αμερική από την Ευρώπη, τέσσερις
ανθρώπους που δεν άφησαν ποτέ αυτό που έχασαν να τους εμποδίσει να ζήσουν,
τέσσερις πεισματάρηδες ανθρώπους που της έμαθαν «το αντίθετο της εξαφάνισης».


LINK: http://diastaseis.blogspot.com

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από