Αμέσως, χωρίς περιστροφές: ο Νίκος Παναγιωτόπουλος εγκαταλείπει τα σχήματα, τα

σαλόνια, τα στημένα παιχνίδια και, μαζί μ’ αυτά, την αδιόρθωτη φορμαλιστική

επιδειξιομανία του. Περίπου, μοιάζει με τον ήρωα από το «Θεώρημα» του

Παζολίνι. Πρώτα κλείνει την πόρτα στην ασφάλειά του, έπειτα κάνει στριπτίζ και

έτσι, ολόγυμνος και ανυπεράσπιστος, ίπταται με τον Γκαγκάριν προς την…

Αχερουσία. H μεγάλη πορεία προς την αληθινή κοινωνία και την αυτογνωσία. Από

την Εκάλη στα σοκάκια της Αθηνάς και της Ευριπίδου. Και κάπου εκεί,

κολυμπώντας στα σκουπίδια, στο ιδρωμένο τοπίο και στην απόλυτη απελπισία, όπου

μήτε Θεός ούτε ουμανισμός υπάρχει, πέφτει πάνω στον Κισλόφσκι και τον Μπρεσόν.

Το δηλώνει με τον τίτλο: Delivery, παράδοση, τοκετός. Και βάζω στοίχημα. Έτσι

και μιλούσε Γαλλικά ή Πολωνικά, θα έπαιρνε ένα από τα μεγάλα βραβεία της

Βενετίας!

Πιο συγκεκριμένα: όπως τουλάχιστον την έχω, με τις ευαισθησίες μου,

προσλάβει. Πρώτη φέτα ο ρεαλισμός, δεύτερη η ποίηση, τρίτη ο σουρεαλισμός και

τέταρτη ο απόλυτα απελπισμένος υπαρξισμός. Για να καταλάβετε (αν και

υπερβολικό) είναι σαν ο «Ξένος» του Καμί να στήνει χορό με τον «Ταξιτζή» του

Σκορσέζε. Πιο αναλυτικά, μπας και ξεδιαλύνω τα συστατικά από αυτό το χαρμάνι.

Ρεαλιστικά: Ένα πλάσμα χωρίς «ταυτότητα», πέφτει από το πουθενά στο

τερματικό των ΚΤΕΛ της Αθήνας. Καταλήγει στα ανθρώπινα ερείπια, κυκλοφορεί

στον σκουπιδοντενεκέ της αλβανο-ρωσο-αφρικανικής παγκοσμιοποίησης, βρίσκει

δουλειά σαν πιτσαδόρος, ερωτεύεται το κορίτσι και πρεζόνι του μαγαζιού, αλλά

όταν στη συνέχεια του κλέβουν το μηχανάκι, τον έρωτα και τη δουλειά, είναι σαν

να του ακυρώνουν κάθε δικαίωμα στη ζωή. H κάθοδος είναι απόλυτη και σχεδόν…

αυτοκτονική. Στην αρχή καθαρίζει παρμπρίζ, έπειτα απλώνει την παλάμη, στο

τέλος σαν τα αδέσποτα ράτσας μαζεύει μισοάδειες κονσέρβες για να φάει.

«Delivery»: Ένα σκουπίδι τραγουδάει ακόμα

Ποιητικά: Μα, τέλος πάντων, ποιος είναι αυτός; Με την κάσκα της μηχανής

σαν… τον Γκαγκάριν. Με την εμφάνισή του από το πουθενά σαν άγγελος.

Κατεβαίνει ως τιμωρός, ανεβαίνει λυτρωμένος. Ταυτόχρονα σε ελεύθερη πτώση και

πτήση. Με την παρατεταμένη σιωπή του σαν την ένοχη συνείδηση που μας τυραννά.

Ούτε όνομα, ούτε καταγωγή, ούτε προορισμός. Τον λένε Αλβανό, Ρουμάνο, ούφο,

μηδενικό. Το μηδέν μιας αλεστικής μηχανής και το άπειρο της αληθινής

ανθρώπινης συνείδησης. Εκεί που φτάσαμε, έστω κι αυτό!

Σουρεαλιστικά: Λογικό και παράλογο, ρεαλιστικό και ποιητικό. Προσγείωση

και υπέρβαση σε μια διαρκή ερωτική συνεύρεση. Ο… Γκαγκάριν αληθινός και

ιδεατός. Τα «σκουπίδια» αληθινά και γραφικά. Οι συναντήσεις απρόβλεπτες, οι

χαρακτήρες ασυνάρτητοι, ο εφιάλτης Καφκικός. Σαν ο «Κάπα» της Δίκης να

κατέβηκε στην Αθήνα για να υπογράψει τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του.

Απελπισμένα υπαρξιακά: Πίστη σε κανέναν και τίποτα. Ελπίδα ούτε στον

έρωτα. Θεός πουθενά, ούτε σαν αμυδρή ιδέα. Το σώμα προσωρινό, φθαρτό, σχεδόν

περιττό. «Τρεις φέτες ο νεκρός. Ψαχνό, λίπος, δέρμα». Φρίκη. Οι δρόμοι

κλειστοί. Κι όμως, όλα έχουν τη λογική τους επαγωγή. Πρώτα η απαξίωση. Πλήρης

και ολοκληρωτική. Έπειτα η απελπισία, ύστερα η νεκρική πομπή.

Το «Delivery» είναι ο κινηματογραφικός τοκετός μιας άλλης, αληθινής Αθήνας.

Της κοινωνικής μαύρης τρύπας. Μερικοί ούτε καν την υποπτεύονται. Άλλοι

κλείνουν τα μάτια και την προσπερνούν. Κάποιοι την βλέπουν σαν γραφική

απομίμηση του δυτικού πολιτισμού μας. Ρε συ, γίναμε Ευρώπη!.. Ο Νίκος

Παναγιωτόπουλος έκλεισε την πόρτα, γδύθηκε, μπήκε, την διέσχισε, πληγώθηκε,

μάτωσε, απελπίστηκε. Μέσα από αυτή την εμπειρία βρήκε την επιβεβαίωση του

μηδενιστικού υπαρξισμού του. Μπορεί να μη συμφωνώ, αλλά αυτό το εφιαλτικό…

σκουπιδαριό είναι αρκετό για να ρημάξει κάθε ίχνος εξόδου προς το παρελθόν του

ευρωπαϊκού ουμανισμού και ορθολογισμού. Σαν να κινηματογραφεί κανείς με

ποιητικούς όρους την «Οικονομική φρίκη» της Φορεστιέρ (διαβάστε το, είναι

εγχειρίδιο πολέμου).


Από τον ρεαλισμό στον εφιάλτη

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος σκηνoθέτης του «Delivery

Το «Delivery» με κινηματογραφικούς, αισθητικούς όρους, είναι γεγονός

τριών επιτευγμάτων. Εντελώς αντικειμενικά. Για πρώτη φορά τόσος άφθονος

ελεύθερος, κοινωνικός χώρος. Το προσπάθησε και ο Γιάνναρης στην «Άκρη της

πόλης». Με μια διαφορά. Ο Παναγιωτόπουλος τον «λειώνει» στη μυθοπλασία του. Ο

Γιάνναρης τον χρησιμοποιεί ως ντεκόρ σε ψευδές ντοκιμαντέρ. H μηχανή του

Παναγιωτόπουλου μοιάζει με αξονικό τομογράφο. Φέτες «αρχιτεκτονικής» αλήθειας

που πέφτουν σαν σοβάδες και μάρμαρα στα κεφάλια των περαστικών. Για πρώτη

φορά, επίσης, ο πρωταγωνιστής παίζει μόνο με το σώμα, το βλέμμα, τις σιωπές

του. H ερμηνεία του Θάνου Σαμαρά, μέσα στις καλύτερες της χρονιάς. Το σινεμά

είναι εικόνα και ύστερα, πολύ ύστερα, λόγος. Προσέξτε τα μάτια του όταν

κλείνουν, τον ιδρώτα του, τις αντιδράσεις του, την… αμηχανία του.

Συμπυκνωμένη, συμπιεσμένη και καταπιεσμένη οργή. Κάποτε θα εκραγεί. Και τέλος,

για πρώτη φορά τόσα δεύτερα, τρίτα, άφθονα πρόσωπα του δρόμου να μπαίνουν από

την πόρτα του ρεαλισμού και να βγαίνουν από την έξοδο προς τον εφιάλτη. «M’

αρέσει η ζωή, αλλά δεν μ’ αρέσει η ζωή μου».

Δεν τέλειωσα. H ρυθμολογία, η ενδυματολογία και το σάουντρακ, κολλημένα

σαρκικά. H ελεύθερη πτήση και πτώση του… Γκαγκάριν αποτυπωμένη ακόμα και στα

κοστούμια. Μπαίνει με πουκάμισο, φεύγει με φανελάκι. Το ίδιο και η χωροταξία.

Ο ήρωας διαρκώς από… κάτω. Καταφθάνει νύχτα στην Αθήνα σε λεωφορείο…

φέρετρο. Κοιμάται σε ακατοίκητο υπόγειο. Δουλεύει σε πιτσαρία χωμένη σε στοά.

Διαρκώς «underground». Υπό το έδαφος, από το πουθενά, προς το έδαφος. Μέσα σ’

αυτήν τη φρενίτιδα εφιαλτικού παραλογισμού, διαγράφεται συμμετρία. Κάπου εκεί,

το «Delivery» συναντάει τη «Μικρή ιστορία για έναν φόνο» του Κισλόφσκι, τον

«Πορτοφολά» του Μπρεσόν και την «Κομμένη ανάσα» του Γκοντάρ.

Και, για να τελειώνω. Αν είχε αποφύγει μερικές γραφικότητες και αν είχε

ξεκολλήσει εντελώς από την ευκολία του στις ανεκδοτολογικές ατάκες, θα είχε

υπογράψει ένα αριστούργημα. Έτσι κι αλλιώς – και από εδώ κι εμπρός – ο

Παναγιωτόπουλος είναι όμηρος της καλύτερης ταινίας του. Αν δεν την ακολουθήσει

θα… αυτοκτονήσει. Δικαίωμα κι αυτό της ελευθερίας του!


Θεός, ελπίδα καμιά

Πεντάστερη εβδομάδα. Μαζί με τον Παναγιωτόπουλο, η ασιατική πρωτοπορία από την

Κορέα και τον Κιμ Κι Ντουκ, του θρυλικού «Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο,

χειμώνας και… άνοιξη». Τίτλος «Samaritan girl» – η καλή Σαμαρείτισσα, δηλαδή

«Το κορίτσι με το αγγελικό πρόσωπο». Το τέλος και η αρχή!

H ιστορία είναι κομμένη σε τρία επεισόδια: αφασία, αδιέξοδο, απελπισία. Το

δακτυλικό αποτύπωμα της εποχής μας. Δύο ανήλικα πλάσματα, όμορφα σαν τα κρίνα,

επιδίδονται στην πορνεία. Έτσι, για κάποια φράγκα, με προορισμό ταξίδι στην

Ευρώπη! H πρώτη, η πιο αθώα, ανυπεράσπιστη και παλιομοδίτικη, με πίστη στη

Νιρβάνα και τον Βούδα, με χαμόγελο και καρτερία. Δεν είναι χαλασμένη ούτε η

ψυχή της κακοφορμισμένη. Ακριβώς το αντίθετο. Βαθιά πεπεισμένη πως το σώμα της

είναι αντίδωρο που ευλογεί τη χαρά των αρσενικών! «Είναι σαν μικρά παιδιά»,

λέει. Ανατριχιαστικό. H δεύτερη, χριστιανή, κουμπωμένη, εντελώς εχθρική προς

τους άνδρες. Το άγγιγμα του άλλου φύλου της προκαλεί αηδία. Κλείνει τα

ραντεβού, φυλάει τσίλιες, μαζεύει τα φράγκα και λατρεύει, ακόμα και

σεξουαλικά, τη φιλενάδα της. Γκέισα η πρώτη, μάνατζερ η δεύτερη.

Στραμπουλιγμένες και οι δύο. Εμπορεύονται την αλλοτρίωσή τους (η πρώτη) και το

μίσος τους (η δεύτερη). Τρεις κρίκοι αλυσίδας από κάτεργα φτιαγμένη.

Παιδεραστία, εθελοντική παιδική πορνεία και ομοφυλοφιλία. H κατάληξη είναι

σχεδόν αυτοκτονική. H συνέχεια είναι ακόμα πιο θανατερή.

«Το κορίτσι με το αγγελικό πρόσωπο»: Χαρακίρι στην ψυχή

Ο πατέρας (μπάτσος στο επάγγελμα) της δεύτερης, αντιλαμβάνεται την κόλαση του

μονάκριβου παιδιού του και παίρνει σβάρνα την πελατεία. Τον πρώτο τον απειλεί,

τον δεύτερο τον χαστουκίζει, τον τρίτο τον εκθέτει στη γυναίκα και τα παιδιά

του, ώσπου φτάνει στον τελευταίο, που του ανοίγει το κεφάλι. Το γεωτρύπανο της

απελπισίας χτυπάει φλέβα τυφλής μανίας. Ο κύκλος είναι φαύλος. H αναπαραγωγή

της «αμαρτίας» προέρχεται από αυτούς που παριστάνουν τους αθώους. Κανείς δεν

μπορεί να σταματήσει την αφασία (πορνεία) και κανείς δεν μπορεί να τιμωρήσει

και να διορθώσει με το έγκλημα και την αυτοδικία. Ο πατέρας όχι μόνο νιώθει

(και είναι) ένοχος για τις «παράπλευρες» απώλειες της κόρης του, αλλά είναι

και δολοφόνος. Δηλαδή χειρότερα και από… πόρνος! H συνέχεια είναι φυγή και

τιμωρία.

Ο Κιμ Κι Ντουκ αφηγείται με απίστευτη λιτότητα και κρυστάλλινη καθαρότητα. Και

όσο ο θεατής είναι αποφασισμένος να σκαλίσει, τόσο περισσότερους θησαυρούς θα

ανακαλύψει. Απέναντι στην αφασική εκπόρνευση, η φιλία. H σκηνή όπου το ένα

κορίτσι σηκώνει στην πλάτη της το άλλο, παραπέμπει στη λαϊκή ελεγεία του

Γιλμάζ Γκιουνέι «Κοπάδι». Απέναντι από την παρωχημένη, για τη βιομηχανική

Κορέα, Νιρβάνα του Βούδα, η εκδικητική μανία του λευκού, δυτικού, χριστιανικού

«πολιτισμού». Ποιο από τα δύο είναι καλύτερο; Κανένα! Ο πατέρας είναι το

σοβαρό ομοίωμα ενός Τσαρλς Μπρόνσον. Με το πιστόλι δεν λύνονται οι κοινωνικοί

και ψυχολογικοί λογαριασμοί. Και, τέλος, απέναντι από το παιχνίδι της

εθελοντικής… πορνείας, η ερωτική, υπαρξιακή απαξία. Τι είναι αυτά τα

πλάσματα; Μια πανέμορφη, άδεια… αθωότητα. Να σου σηκώνεται η… πέτσα!


Το αιώνιο παιχνίδι της αγάπης

Τρίτη επιλογή, επίσης εξαιρετική: «Before sunset» («Πριν το ηλιοβασίλεμα»).

Αισθηματικό, ρομαντικό, πνευματώδες… ψυχαναλυτικό και – μετά τον καταιγισμό

απελπισίας και μηδενισμού, Παναγιωτόπουλου και Κιμ Κι Ντουκ – απόλυτα

λυτρωτικό.

Για την ιστορία, πρόκειται για τη δεύτερη συνέχεια, μετά το προ δεκαετίας

«Before sunrise», όπου ο Αμερικανός Ίθαν Χοκ και η Παριζιάνα Ζιλί Ντελπί,

ύστερα από μια ακαριαία ερωτική συνάντηση, κλείνουν ραντεβού αλλά ουδέποτε…

συναντώνται. Αλλά τα πράγματα έρχονται έτσι και όλα ξεκινούν από την αρχή. Ο

Ίθαν Χοκ, συγγραφέας πια, φτάνει στο Παρίσι, υπογράφει το νέο του βιβλίο,

πέφτει πάνω στο κορίτσι και για δύο ώρες (στην πραγματικότητα ακριβώς για 80

λεπτά), μέχρι το αεροπλάνο του να πετάξει, κάνει με το παλιό του ταίρι μια

τελευταία βόλτα. Έτσι, για να ξεκαθαρίσουν τους ανοιχτούς λογαριασμούς της

καρδιάς.

Σας βεβαιώ: δεν έχω ξανακούσει τόσο αυθόρμητους, έξυπνους, χαριτωμένους και

ταυτοχρόνως τόσο πολυεπίπεδα σηματοδοτημένους διαλόγους ερωτικού ζευγαριού.

Σας βεβαιώ, επίσης, πως δεν έχω τόσο καθηλωθεί από δύο μόνο ανθρώπους, από μια

κάμερα που απλώς τους ακολουθεί και από μερικά σοκάκια και καλλιτεχνικές

γωνιές του Παρισιού. Ο σκηνοθέτης Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ – καθώς και οι δύο…

πυλώνες Ίθαν Χοκ και Ζιλί Ντελπί που έβαλαν το χεράκι τους σ’ αυτό τον

πρωτοφανή οίστρο αυτοσχεδιασμού – καταρρίπτει όλα στερεότυπα και τα εμπορικά

δεδομένα. Μα, φυσικά, με το… τίποτα μπορείς το μάξιμουμ να πιάσεις!


Χάρτινες ιστορίες

«Διά πυρός και σιδήρου» («Man on fire»): Περιπέτεια… απαγωγής στο

Μεξικό, με σκηνοθέτη τον Τόνι Σκοτ και πρωταγωνιστές Ντένζελ Ουάσιγκτον,

Ντακότα Φάνινγκ (η πιτσιρίκα), Κρίστοφερ Γουόκεν. Εξαιρετική χρήση της

διαφημιστικής οπτικής και απίστευτος ρατσισμός προς καθετί μη αμερικανικό.

Ολόκληρο το Μεξικό ένα απέραντο στρατόπεδο απαγωγέων, εκβιαστών, δολοφόνων,

μαφιόζων, διεφθαρμένων, πωρωμένων σκουπιδιών. Ούτε μισός; Αν τα ίδια

συνέβαιναν με θύμα την Ελλάδα, θα κρεμούσαν τα ομοιώματά τους στην πλατεία

Συντάγματος υπό τις ευλογίες της Εκκλησίας…


«Τελευταία κλήση» («Cellular»): Περιπέτεια κάποιου ατάλαντου και

αγράμματου με το όνομα Ντέιβιντ Έλις. Όπου ένας τύπος, στην προσπάθειά του να

βοηθήσει μια άγνωστη γυναίκα μέσω κινητού, γκρεμίζει την πόλη. Να ‘ναι καλά.

Αν και action movie, έπεσα χάμω από τα γέλια. Τηρουμένων των αναλογιών, σαν

βιντεο-κωμωδία Όμηρου Ευστρατιάδη!


«Hellboy: ο ήρωας της Κόλασης»: Σε στυλ κόμικ (από τον ομότιτλο χάρτινο

ήρωα του Μάικ Μινιόλα), με παραγωγό και σκηνοθέτη τον Γκιγέρμο Ντελ Τόρο. Όπου

γιγαντιαίο κόκκινο φρικιό εφορμά εναντίον συνωμοσίας των ναζί, με τον Σατανά

και τα λοιπά τέρατα της Κόλασης. Εντάξει τα ειδικά εφέ, αλλά αυτό τον ανελέητο

χορό τεράτων, θορύβου και γελοίας ιστορίας πώς μπορεί κανείς να τον καταπιεί

και να τον χωνέψει; Στην πρώτη ώρα εγκατέλειψα, για να μην πάω τουαλέτα!


«Τριστάνα»: Σε φρέσκια κόπια και σε μία ακόμα… επαναφορά, η ιστορία του

γεροντο-έρωτα του Φερνάντο Ρέι προς τη νεαρή και πανούργα Κατρίν Ντενέβ.

Υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης παραγωγής 1971.



Ρεσιτάλ ταυτοπροσωπίας

Τέταρτη επιλογή «The life and death of Peter Sellers» («Πίτερ Σέλερς για

πάντα»), του Στίβεν Χόπκινς. Για δύο λόγους: ο πρώτος είναι ο Τζέφρι Ρας. H

ταυτοπροσωπία του με τον… Ροζ Πάνθηρα του έχει εξασφαλίσει υποψηφιότητα

Όσκαρ. Ο δεύτερος, η ανύπαρκτη προσωπικότητα του Πίτερ Σέλερς!


Ηθοποιός σημαίνει φως, έλεγε ο μακαρίτης ο Χορν. H αλήθεια (τουλάχιστον μ’

αυτή την πανέξυπνα γυρισμένη βιογραφία); Ο ηθοποιός είναι… κενός. Να το

εξηγήσω, για να μην παρεξηγηθώ: η απίστευτη ευκολία του να υποδύεται τον

οποιονδήποτε προερχόταν από την απουσία έστω και ίχνους δικής του

προσωπικότητας. Ζούσε, γλεντούσε, κέρδιζε και ξεγελούσε μέσα από χαρακτήρες

«άλλων». Στην προσωπική, ιδιωτική του ζωή, ήταν ένας αθεράπευτος παλίμπαις της

μαμάς. Αδιόρθωτα ανώριμος, αδιόρθωτα εγωκεντρικός και επίσης αδιόρθωτα

υστερικός. Κι όμως, αυτή η καθυστέρηση, αυτή η μικρότητά του σε όλα και προς

όλους (ακόμα και προς τη λατρευτή του μανούλα), ήταν το εφαλτήριο προς τους

Ολύμπιους της υποκριτικής!



Τα Oscar της εβδομάδας

Καλύτερης ταινίας: Όχι μία, αλλά τρεις

Ελληνικής: «Delivery»

Πρωτοπορίας: «Το κορίτσι με το αγγελικό πρόσωπο»

Ρομαντικής κομεντί: «Πριν το ηλιοβασίλεμα»

Σκηνοθεσίας: Παναγιωτόπουλος, Κιμ Κι Ντουκ

Διαλόγων: «Πριν το ηλιοβασίλεμα»

Ερμηνείας: Ζιλί Ντελπί

Ανδρικής: Τζέφρι Ρας «Πίτερ Σέλερς για πάντα»

Σιωπής: Θάνος Σαμαράς

Ρατσισμού: «Διά πυρός και σιδήρου»

Εμετού: «Hellboy»

Γελοιογραφίας: «Τελευταία κλήση»

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.