Έξι μήνες μετά το τέλος της «μεταρρυθμιστικής στασιμότητας» στην οικονομία,
όπως είχε αποκληθεί από τη N.Δ. η πορεία της χώρας την τελευταία τετραετία, η
κυβέρνηση φαίνεται να έχει μπερδέψει τη συναίνεση με τις μειωμένες προσδοκίες,
την προσοχή με την αδράνεια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η
«επανίδρυση του κράτους» μετεξελίχθηκε σε «ήπια προσαρμογή» και «οι
διαρθρωτικές αλλαγές» που ζητούσε η αγορά σε «λογικές κινήσεις». Με απλά
λόγια, η κυβέρνηση στερείται φιλοδοξίας. Όλα δείχνουν ότι έχει χαμηλώσει τον
πήχυ σε σχέση με τις προεκλογικές της εξαγγελίες και μειώνει τις προσδοκίες
της μεταολυμπιακής Ελλάδας.


Το κύριο πρόβλημα δεν είναι η ασυνέπεια της κυβέρνησης σε σχέση με την
προεκλογική της παροχολογία. Το κρίσιμο θέμα είναι ότι την ώρα που η Ελλάδα
χρειάζεται ένα τολμηρό, φιλόδοξο μεταρρυθμιστικό σχέδιο που θα οδηγήσει την
οικονομία σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, στην αύξηση της απασχόλησης και τη
βελτίωση της οικονομικής θέσης των Ελλήνων, η κυβέρνηση απαντά - όπως
ισχυρίζεται - με «ρεαλισμό και υπευθυνότητα». Οι ανακοινώσεις του Πρωθυπουργού
και η μέχρι τώρα πορεία του κυβερνητικού έργου περιορίζονται σε «ολίγες»
παροχές, «ολίγη» επιχειρηματικότητα, «ολίγη» περιφέρεια και πολλή επικοινωνία.
Αυτά δεν μπορούν να είναι ένα φιλόδοξο μείγμα οικονομικής πολιτικής για την
Ελλάδα του μέλλοντος. Αντίθετα είναι μία ένδειξη νεοσυντηρητικής μιζέριας, που
δεν πετυχαίνει τίποτε άλλο από το να μισθοδοτεί τη στασιμότητα και να
περιορίζει την ανάπτυξη.


Είναι προφανές ότι η ανάγκη για έναν μεταολυμπιακό συλλογικό στόχο παραμένει
ανεκπλήρωτη. Το ζητούμενο είναι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης στην οικονομία. Οι
υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης είναι το μέσο για μια καλύτερη κοινωνία. Μόνο έτσι
μπορεί ο πολίτης, το νοικοκυριό, η επιχείρηση να επωφεληθούν από ένα
περιβάλλον ευκαιριών και δυνατοτήτων. Μόνο έτσι θα αυξηθεί η απασχόληση και θα
βελτιωθούν τα οικογενειακά εισοδήματα. Και βέβαια μόνο μέσω των υψηλών ρυθμών
ανάπτυξης μπορούμε να εξασφαλίζουμε βιώσιμη πολιτική αναδιανομής. Άλλως, οι
όποιες παροχές στα αδύναμα στρώματα θα αποτελούν ένα είδος φιλανθρωπίας και
μισθοδοσία αποκλεισμού. Μόνο με τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης προστατεύεται η
αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Οικονομία χωρίς υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης
σημαίνει καθήλωση μισθών και ημερομισθίων και λιγότερο κοινωνικό κράτος. Οι
πρώτοι που βλάπτονται είναι οι ασθενέστεροι.


H πολιτική της «ήπιας προσαρμογής» που υιοθετεί η N.Δ. οδηγεί αναπόφευκτα σε
μειωμένες προσδοκίες των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων για την οικονομία.
Οδηγεί σε ανασφάλεια, που αποτελεί τον κυριότερο ανασχετικό παράγοντα στην
ανάπτυξη. Όταν κυριαρχεί αίσθημα ασφάλειας και αισιοδοξίας, όταν θέτουμε
συλλογικούς στόχους, τότε όλη η κοινωνία συστρατεύεται και πετυχαίνουμε. Γιατί
οι ασφαλείς άνθρωποι μπορούν να αναλαμβάνουν ρίσκα.


Η μεταολυμπιακή Ελλάδα χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο με στόχο μια
δημοκρατική οικονομία που θα δουλεύει για την κοινωνία, μια παραγωγική και
ισχυρή κοινωνία. Γι' αυτόν τον λόγο οι πολιτικές μας πρέπει να θεμελιωθούν
πάνω στη δημιουργία συνθηκών που ευνοούν παραγωγικές δραστηριότητες,
εξασφαλίζουν συνθήκες ανταγωνισμού αντί για μονοπωλιακές καταστάσεις,
δημιουργούν ευκαιρίες αντί να τις περιορίζουν. Θέλουμε πολιτικές και θεσμούς
που να ενθαρρύνουν τις προσπάθειες, τους πειραματισμούς, τις καινοτομίες και
την αποτελεσματικότητα. Μα πάνω απ' όλα, οι πολιτικές πρέπει να επενδύσουν στο
ανθρώπινο δυναμικό. Να επενδύσουν στη γνώση. Το Δ' ΚΠΣ μας δίνει μια χρυσή
ευκαιρία γι' αυτό. Το μεγάλο στοίχημα βρίσκεται στις μεταρρυθμίσεις που πρέπει
να γίνουν στο μικροοικονομικό επίπεδο και στον τομέα της εκπαίδευσης, της
κατάρτισης, της εξειδίκευσης, της τεχνολογίας και της καινοτομίας. Πρέπει να
επιλέξουμε συγκεκριμένους τομείς, οι οποίοι θα πρωτοστατήσουν στην ανάπτυξη
της χώρας.


Ένα τέτοιο μεταρρυθμιστικό σχέδιο είναι ικανό να στείλει ένα μήνυμα
αισιοδοξίας στους Έλληνες και τις Ελληνίδες. Αυτό το μεταρρυθμιστικό σχέδιο
μπορεί να αποτελέσει τον νέο μας συλλογικό στόχο, το νέο συλλογικό όραμα. Ένας
τέτοιος φιλόδοξος μεσοπρόθεσμος στόχος μπορεί να εμφυσήσει πνεύμα αλληλεγγύης
στους πολίτες και τις κοινωνικές ομάδες, διότι δημιουργεί προσδοκίες για
βελτίωση των συνθηκών ζωής τους και απελευθερώνει τη δημιουργικότητά τους. H
ΟΝΕ και οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτέλεσαν τέτοιους συλλογικούς στόχους. Το
ερώτημα είναι, μπορεί η κυβέρνηση να οργανώσει ένα τέτοιο εγχείρημα,
εμπνέοντας και κινητοποιώντας τους Έλληνες και τις Ελληνίδες;