Στις 13 Οκτωβρίου 1972, ένα αεροπλάνο από την Ουρουγουάη συντριβόταν στις
Άνδεις με 45 επιβάτες. Δεκάξι απ’ αυτούς επέζησαν. Και επιβίωσαν μέσα στα
χιόνια τρεφόμενοι από τα πτώματα των νεκρών συνεπιβατών τους.
|
Ο Ουρουγουανός Ρομπέρτο Κανέσα αγκαλιάζει τους Χιλιανούς βετεράνους παίκτες του ράγκμπι Τσελίν Μπολουμπούρου και Αλφρέντο Αλβαρέζ, στο αεροδρόμιο του Σαντιάγκο. Πάνω, τα συντρίμμια του αεροσκάφους το 1972 και οι επιζήσαντες
|
«Αν ξέραμε πως θα μέναμε 70 μέρες στα βουνά αυτά, θα τρελαινόμασταν», λέει
σήμερα ένας από τους επιζήσαντες, ο Αλφρέντο Ντελγκάντο. Το αεροπλάνο, ένα
Fairchild F227 της Πολεμικής Αεροπορίας της Ουρουγουάης, είχε ναυλωθεί από την
ομάδα ράγκμπι των Ολντ Κρίστιανς για να μεταφέρει τους παίκτες στο Σαντιάγκο
της Χιλής όπου θα έπαιζαν εναντίον των Ολντ Μπόις.
Η συντριβή. Στις 12 Οκτωβρίου απογειωνόταν από το Μοντεβιδέο με τους
παίκτες και άλλους επιβάτες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν συγγενείς
των παικτών, μέλη της υψηλής κοινωνίας της Ουρουγουάης. Λόγω κακοκαιρίας,
σταμάτησαν στο Μεντόσα της Αργεντινής και αναχώρησαν και πάλι την επομένη,
στις 13 Οκτωβρίου. Ο πιλότος πήρε όμως λάθος πορεία και δεν κατάφερε να
περάσει την οροσειρά. «Το αεροπλάνο έπεσε σε αναταράξεις. Τα βουνά ήταν
υπερβολικά κοντά. Συνετρίβη, η άτρακτος έσπασε και γλίστρησε στο χιόνι μέχρι
που ακινητοποιήθηκε», θυμάται ο Αλφρέντο Στράους, ένας άλλος από τους
επιζήσαντες, οι οποίοι είναι σήμερα ηλικίας από 48 έως 66 χρόνων.
Μολονότι όλοι τους υπογραμμίζουν ότι το δυστύχημα δεν συνέβη ακριβώς όπως
παρουσιάζεται στην ταινία του Φρανκ Μάρσαλ «Οι Επιζήσαντες», στην οποία είχαν
συμμετάσχει, ο καθένας παραδέχεται πως διατηρεί τη δική του προσωπική
ανάμνηση. «Έχω ακόμη το θόρυβο στο μυαλό μου», λέει ο Ρομπέρτο Κανέσα. «Εγώ
έλεγα το “Άβε Μαρία”», συνεχίζει ο Κάρλος Μιγκέλ Παές, ο μικρότερος της
ομάδας, ο οποίος πέρασε την ημέρα των 19ων γενεθλίων του, στις 31 Οκτωβρίου
της χρονιάς εκείνης, σε ύψος 3.500 μέτρων. Από τη συντριβή επέζησαν 32
άνθρωποι. Κάποιοι θα υποκύψουν στη συνέχεια στα τραύματά τους, άλλοι θα
σκοτωθούν από χιονοστιβάδα.
«Μας έσωσε η ομοιογένεια της ομάδας. Ήμασταν από την ίδια χώρα, από το ίδιο
κοινωνικό περιβάλλον, χωρίς να μιλήσουμε για το ομαδικό πνεύμα του ράγκμπι»,
λέει ο Ντελγκάντο.
Ο κανιβαλισμός. Καταπιάστηκαν να βρουν ένα μονοπάτι. «Τότε
συνειδητοποιήσαμε πόσο δύσκολο ήταν να περπατήσει κανείς στο χιόνι, πως η
μοναδική επιλογή μας ήταν να φάμε τους νεκρούς…». Τη δέκατη μέρα, όταν
έμαθαν από το ραδιόφωνο πως οι επίσημες έρευνες εγκαταλείφθηκαν, το
αποφάσισαν: «Φάγαμε για να μην πεθάνουμε, όχι για να χορτάσουμε», τονίζει ο
Χοσέ Λουίς Ινθιάρτε. Αυτή η τραυματική εμπειρία δεν τους εμπόδισε να κάνουν
οικογένεια και να επιτύχουν επαγγελματικά. «Αγαπούσαμε πολύ τη ζωή», λέει ο
Παές.
Πολλές αποστολές θα αποτύχουν ώς την εποποιία του Κανέσα και του Φερνάντο
Παράντο, η μητέρα και η αδελφή του οποίου άφησαν την τελευταία τους πνοή στις
Άνδεις. Έφυγαν στις 11 Δεκεμβρίου και περπάτησαν δέκα μέρες πριν διακρίνουν
έναν βοσκό, τον Σέρχιο Καταλάν, στην απέναντι όχθη ενός χειμάρρου. Ο Παράντο
τού στέλνει το μήνυμα: «Έρχομαι από ένα αεροπλάνο που έχει πέσει στα
βουνά…». Την επομένη, δύο ελικόπτερα παρέλαβαν τους 14 συντρόφους τους.
Τρεις μέρες πριν από τα Χριστούγεννα.
Οι επιζήσαντες θα αποτίσουν αυτό το Σαββατοκύριακο φόρο τιμής στα 29 θύματα
και στους διασώστες με ένα συμβολικό αγώνα ράγκμπι στο Σαντιάγο, «αυτό που
μένει να παίξουμε από το 1972».
«Ζούσα με την ελπίδα»
Ο ζωγράφος Κάρλος Παές Βιλάρο ουδέποτε πίστεψε πως το μεγαλύτερο από τα έξι
παιδιά του είχε σκοτωθεί στο αεροπορικό δυστύχημα και τον έψαχνε αδιάκοπα.
«Δεν μπορούσα να δεχθώ ότι ο γιος μου έφυγε χωρίς να με φιλήσει», λέει σήμερα
ο καλλιτέχνης, ο οποίος την 1η Νοεμβρίου θα γιορτάσει τα εβδομηκοστά ένατα
γενέθλιά του. Στην αναζήτησή του συνάντησε «απίστευτη αλληλεγγύη», τονίζει.
«Χτυπούσα και οι πόρτες άνοιγαν, από του πιο φτωχού που ερχόταν μαζί μου με το
άλογό του ώς του πιο πλούσιου που μου διέθετε το ιδιωτικό αεροπλάνο του».
Περισσότερα από 60 αεροπλάνα πήραν μέρος σε 80 αποστολές για να βρουν το
Fairchild F227 με τους νεαρούς παίκτες του ράγκμπι. Λευκό σαν το χιόνι και
αόρατο στη σκιά μιας κορυφής, το αεροπλάνο δεν ανακαλύφθηκε. «Πάντα όμως
υπήρχε ένα σημάδι που μου έδινε θάρρος: ένα πουλί που μπήκε από το παράθυρο
του δωματίου μου στο ξενοδοχείο, μια ακτίνα ήλιου που διαπερνούσε τα
σύννεφα…». Για τους Χιλιανούς ήταν «ο τρελός πατέρας που ψάχνει τον μικρό
που χάθηκε στην οροσειρά». «Δεν ήμουν μόνος», θυμίζει ο ίδιος τιμώντας
ταυτόχρονα τους άλλους γονείς, μερικοί από τους οποίους έψαξαν επίσης, αλλά
«δεν είχαν την ίδια ελευθερία να αφήσουν τη δουλειά τους» και τον συνόδευαν
«με τις προσευχές και την ελπίδα τους».








