Την εμπειρία της, όπως και κάποιες απορίες της, από τη συμμετοχή της στον
διαγωνισμό των εκπαιδευτικών του περασμένου Σεπτεμβρίου καταθέτει η κ. Ειρήνη
Νικολαΐδου:
«Η προετοιμασία για τη συμμετοχή μου στον διαγωνισμό και συγκεκριμένα για τον
κλάδο των καθηγητών Φυσικής Αγωγής υπήρξε έντονη και συνεπής. (Εδώ πρέπει να
σημειώσω ότι δεν συμμετείχα στον προηγούμενο διαγωνισμό, γιατί θεώρησα τον
εαυτό μου ανεπαρκώς προετοιμασμένο). Μελέτησα επί έναν χρόνο και για μία ακόμη
φορά τα συγγράμματα της Σχολής μου (ΤΕΦΑΑ Θεσσαλονίκης) και προμηθεύτηκα
επιπλέον βιβλία προκειμένου να έχω μια πιο σφαιρική εικόνα των υπό εξέταση
γνωστικών αντικειμένων. Βγαίνοντας από το εξεταστικό κέντρο είχα (και έχω
ακόμα και σήμερα) τη βεβαιότητα ότι έγραψα πολύ καλά. Η πραγματικότητα, όμως,
με άφησε άναυδη. Το όνομά μου δεν ήταν καν στη λίστα των επιτυχόντων! Είχα
πάρει 57 με άριστα το 100 και βάση το 60! Από τότε επικρατεί αναβρασμός και
αναταραχή στην ψυχή και στο μυαλό μου.
Αφού ξεπέρασα το αρχικό σοκ προσπάθησα να ηρεμήσω και να σκεφτώ ποιος θα
μπορούσε να είναι ο λόγος που απορρίφθηκα σε αυτές τις εξετάσεις. Το μόνο που
μπόρεσα να σκεφτώ είναι ότι με έκοψαν επειδή ήμουν εκτός θέματος, μα αυτό δεν
μπορώ να το δεχτώ, αφού είμαι σίγουρη για την ορθότητα των όσων έγραψα.
Άλλωστε, σε μερικές ερωτήσεις υπήρχε η διευκρίνιση ότι κάθε απάντηση θα
γινόταν δεκτή αρκεί να ήταν τεκμηριωμένη.
Το ζήτημα, όμως, είναι ότι σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία δεν μπορώ να
αποδείξω την ποιότητα των γραπτών μου, γιατί ο νόμος απαγορεύει την αναθεώρηση
και αναβαθμολόγηση των γραπτών και όχι μόνο δεν υπάρχει καμία δυνατότητα
πρόσβασης στα γραπτά(!!!), αλλά επίσης το ΑΣΕΠ δεν διαθέτει καθόλου απαντήσεις
των θεμάτων, ώστε να μπορεί ο κάθε ενδιαφερόμενος να τις συγκρίνει με τις
δικές του. Η απάντηση του ΑΣΕΠ στην ερώτηση “Γιατί απαγορεύεται η
αναβαθμολόγηση; ” ήταν ότι είναι εξασφαλισμένη η αντικειμενικότητα της
βαθμολογίας με την ύπαρξη των δύο βαθμολογητών. Πώς, όμως, η ύπαρξη των δύο
βαθμολογητών εξασφαλίζει από μόνη της οπωσδήποτε την αντικειμενικότητα, αφού
δεν υπάρχει κατόπιν απολύτως καμία δυνατότητα πρόσβασης και ελέγχου; Αφού δεν
υπάρχει κατόπιν απολύτως κανένας έλεγχος, δεν δημιουργούνται πολλά περιθώρια
για ανευθυνότητα, αυθαιρεσίες, και κατάχρηση εξουσιών; Αναγκαστικά, λοιπόν,
προκύπτουν κάποια εύλογα ερωτήματα: με ποια κριτήρια έγινε η διόρθωση των
γραπτών, από τη στιγμή μάλιστα που η ύλη που αναγραφόταν στο κείμενο της
προκήρυξης δεν προερχόταν από συγκεκριμένα συγγράμματα και άφηνε περιθώρια να
ανατρέξει κανείς σε πολλές και διαφορετικές πηγές; Τελικά οι βαθμολογητές
αξιολόγησαν τα γραπτά με βάση κάποιες συγκεκριμένες γραπτές πηγές ή σύμφωνα με
τις δικές τους υποκειμενικές αντιλήψεις και θέσεις; Ή μήπως κάποιοι από αυτούς
δεν έκαναν καν τον κόπο να τα διαβάσουν και να τα αξιολογήσουν; Πώς
διασφαλίζεται ότι δεν αλλοιώθηκαν κάποια από τα τελικά αποτελέσματα;;;
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι ερωτήσεις κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα γνώσεων
το οποίο, κατά τη γνώμη μου, είναι αδύνατο να κατέχεται πλήρως από έναν
βαθμολογητή. Εξάλλου, δεν είναι καν γνωστά τα κριτήρια επιλογής των
βαθμολογητών.
Έχοντας κατά νου όλα τα παραπάνω, δεν μπορώ να πειστώ ότι δεν έχω γράψει καλά.
Αυτή η σοβαρή αμφιβολία δεν πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί υπόψη χάριν αποδείξεως
της εύρυθμης λειτουργίας της δημοκρατίας στη χώρα μας; Η διαφάνεια είναι
βασική αρχή της δημοκρατίας. Μα πώς εξασφαλίζεται η διαφάνεια όταν διά νόμου
απαγορεύεται η δυνατότητα πρόσβασης και ελέγχου; Τελικά, γιατί είναι απόλυτα
απαγορευμένο να γνωρίζω για ποιους λόγους κόπηκα; Μήπως πρέπει να εξεταστεί
δικαστικά η συνταγματικότητα αυτού του νόμου από τα αρμόδια ελληνικά ή το
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο;».







