Την Κυριακή, 18 Μαρτίου 2001, θα πραγματοποιηθεί η γενική απογραφή πληθυσμού η

οποία γίνεται, ως γνωστόν, κάθε 10 χρόνια από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία

της χώρας μας (ΕΣΥΕ). Η τελευταία απογραφή είχε πραγματοποιηθεί το 1991 και

τότε είχαν καταγραφεί 10.259.000 κάτοικοι στον ελλαδικό χώρο.

* Ποια ήταν η εκπαιδευτική εικόνα του ελληνικού πληθυσμού τα τελευταία πενήντα

χρόνια;

* Ποια ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά του εκπαιδευτικού επιπέδου του πληθυσμού

στην απογραφή του 1991;

* Ποιες αλλαγές έχουν σημειωθεί από το 1991 έως το 2001 στο εκπαιδευτικό

επίπεδο του πληθυσμού;

Πριν από 50 περίπου χρόνια, η εκπαιδευτική εικόνα του ελληνικού πληθυσμού είχε

δύο βασικά χαρακτηριστικά. Πρώτον, χαμηλό δείκτη εκπαιδευτικού επιπέδου και

δεύτερον, μεγάλες διαφοροποιήσεις από νομό σε νομό, χαρακτηριστικό ενός

πολιτιστικού, κοινωνικού και οικονομικού χάσματος που κυριαρχούσε στις

διάφορες περιφέρειες της χώρας μας.

Η πρώτη μεταπολεμική απογραφή (1951) ουσιαστικά χωρίζει την Ελλάδα σε τρεις

γεωγραφικές περιοχές, όσον αφορά το εκπαιδευτικό επίπεδο του πληθυσμού:

α. στις εκπαιδευτικά καθυστερημένες περιοχές

β. σ’ αυτές που βρίσκονταν σε μια μεσαία κατάσταση

γ. στις ευνοημένες εκπαιδευτικά.

Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες οι νομοί με τον χαμηλότερο δείκτη

εκπαιδευτικού επιπέδου συγκεντρώνονται στην Ήπειρο (Θεσπρωτία, Άρτα, Πρέβεζα),

στη Θράκη (Ξάνθη, Ροδόπη), στα Ιόνια (Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Λευκάδα) και στη

Θεσσαλία (Καρδίτσα, Τρίκαλα). Στη χειρότερη κατάσταση βρίσκεται ο Νομός

Ευρυτανίας, που παρουσιάζει τον χαμηλότερο δείκτη εκπαιδευτικού επιπέδου.

Στη διάρκεια της εικοσαετίας 1971-1991 άλλαξαν, βέβαια, πολλά στον

εκπαιδευτικό χάρτη της Ελλάδας. Η βαθμιαία περιστολή του αναλφαβητισμού και η

όλο και μεγαλύτερη πρόσβαση στην υποχρεωτική εκπαίδευση, στο Λύκειο και στις

Ανώτερες και Ανώτατες Σχολές, ανέβασαν το γενικό εκπαιδευτικό επίπεδο του

πληθυσμού (πίνακας 1).

Με βάση την τελευταία απογραφή (1991) έχουμε τα εξής επίπεδα εκπαίδευσης κατά

γεωγραφικά διαμερίσματα. Στους πτυχιούχους ΑΕΙ προηγούνται σταθερά η

περιφέρεια πρωτευούσης με ποσοστό 10,3%, η Μακεδονία με 5,9%, η Θεσσαλία, η

Ήπειρος και η Κρήτη με 5%. Τελευταία η Θράκη και τα Ιόνια νησιά με 4%. Στους

φοιτητές και σπουδαστές Ανώτερων και Ανώτατων Σχολών τις πρώτες θέσεις

καταλαμβάνουν η περιφέρεια πρωτευούσης με 3,9%, η Μακεδονία με 3,2% και η

Ήπειρος με 2,6%. Τις τελευταίες θέσεις καταλαμβάνουν τα Ιόνια νησιά με 0,84%

και τα νησιά του Αιγαίου με ποσοστό 1%.

Οι περισσότεροι Έλληνες χωρίς απολυτήριο Γυμνασίου βρίσκονται στη Θράκη

(72,2%) και στην Ήπειρο (68,6%). Κοντολογίς, οι επτά στους δέκα κατοίκους

αυτών των περιοχών δεν ολοκλήρωσαν την 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση (πίνακας

2).

Είναι αλήθεια ότι η εκπαιδευτική κατάσταση της ελληνικής επαρχίας έχει

βελτιωθεί σε μεγάλο βαθμό από το 1991 έως το 2001. Η πρόσβαση στην υποχρεωτική

εκπαίδευση και στο Λύκειο αυξήθηκε σημαντικά, ενώ αρκετές πόλεις, τα Τρίκαλα,

η Λέσβος, τα Χανιά, οι Σέρρες, η Αχαΐα, η Φλώρινα, η Άρτα, η Καρδίτσα κ.λπ.

«φιγουράρουν» την τελευταία δεκαετία στην πρώτη δεκάδα των περιοχών με τα πιο

υψηλά ποσοστά επιτυχίας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (πίνακας 3).

Την τελευταία δεκαετία 30.000 περίπου νέοι, κατά μέσο όρο, αποφοιτούν κάθε

χρόνο από τα ΑΕΙ – ΤΕΙ και προστίθενται στον αριθμό των πτυχιούχων

Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Παράλληλα από το 1991 έως σήμερα αναγνωρίστηκαν από

το ΔΙΚΑΤΣΑ περισσότεροι από 35 χιλιάδες τίτλοι από Πανεπιστήμια του

εξωτερικού. Επίσης η παλιννόστηση μεγάλου αριθμού Ελλήνων στη χώρα μας από την

Ανατολική Ευρώπη έχει προσθέσει έναν ικανό αριθμό πτυχιούχων. Αυτό σημαίνει

ότι τα 10 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει ανάμεσα στις δύο απογραφές έχουν

προστεθεί πάνω από 300 χιλιάδες πτυχιούχοι. Η νέα απογραφή θα δείξει ότι ένας

στους δέκα Έλληνες είναι πτυχιούχος Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης καθώς αναμένεται

να καταγραφούν πάνω από ένα εκατομμύριο πτυχιούχοι.

Το τμήμα του πληθυσμού που δεν ολοκλήρωσε το υποχρεωτικό σχολείο (9χρονο)

αποτελούσε το 1991 το 57% του συνόλου. Πάνω από 5 εκατομμύρια Έλληνες

καταγράφηκαν με εκπαιδευτικό επίπεδο κατώτερο του Γυμνασίου. Στη νέα απογραφή

για πρώτη φορά θα «σπάσει» αυτή η κατάσταση καθώς είναι σίγουρο ότι θα πέσει

κάτω από το 45% το ποσοστό της παραπάνω κατηγορίας πληθυσμού. Το συμπέρασμα

αυτό βγαίνει από το γεγονός ότι ενώ στη δεκαετία 1981 – 1990 το ποσοστό των

μαθητών που δεν ολοκλήρωναν την υποχρεωτική εκπαίδευση κυμαινόταν από 22%

(1981/82) έως 11,5% (1989/90), την επόμενη δεκαετία (1991-2000) η διαρροή

κυμάνθηκε από 9,6% έως 7%. Είναι, βέβαια, φανερό ότι παρ’ όλη την παραπάνω

μείωση, ο αριθμός των Ελλήνων που δεν έχει σήμερα απολυτήριο Γυμνασίου

παραμένει δραματικά μεγάλος και η κατανομή του στις διάφορες ομάδες του

πληθυσμού αλλά και στον γεωγραφικό χώρο φανερώνει ότι είναι μόνιμη έκφραση των

κοινωνικών ανισοτήτων.

Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες το γυναικείο φύλο συγκέντρωνε τα

μεγαλύτερα ποσοστά αναλφάβητων και τα μικρότερα ποσοστά πτυχιούχων

Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Ακόμη και στην απογραφή του 1971 τα επτά στα δέκα

άτομα που δεν είχαν απολυτήριο Δημοτικού ή ήταν αναλφάβητα ή ήταν γυναίκες.

Στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση πάλι οι γυναίκες αποτελούσαν την ίδια περίοδο

μόλις το 29%. Στην τελευταία απογραφή (1991) τα πράγματα διαφοροποιήθηκαν,

αλλά οι ανισότητες παρέμειναν. Στους πτυχιούχους ΑΕΙ-ΤΕΙ οι γυναίκες

συμμετείχαν με ποσοστό 41,5% αλλά σ’ αυτούς που δεν είχαν τελειώσει το

Δημοτικό το ποσοστό των γυναικών άγγιζε το 63%.

Στη νέα απογραφή θα εμφανίζεται μια νέα κατάσταση. Μια ματιά στον πίνακα 5

φανερώνει ότι το γυναικείο φύλο σε όλη τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας

συμμετέχει στον φοιτητικό πληθυσμό των ΑΕΙ με ποσοστά μεγαλύτερα από το ανδρικό.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.