Πολιτική δύο ταχυτήτων για τα επιτόκια ακολουθούν πλέον οι τράπεζες που
δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά. Έπειτα και από τις τελευταίες μειώσεις
επιτοκίων που ανακοίνωσαν οι εμπορικές τράπεζες, προκύπτει το συμπέρασμα ότι
τα επιτόκια που προσφέρουν στους καταθέτες τους βρίσκονται πλέον πολύ κοντά
στα ευρωπαϊκά επίπεδα, με αποτέλεσμα οι Ελληνες αποταμιευτές να έχουν έπειτα
από πολλά χρόνια αρνητικές αποδόσεις.






Αντίθετα, τόσο στη στεγαστική όσο και στην καταναλωτική πίστη, η απόσταση που
χωρίζει τα «ελληνικά» επιτόκια από αυτά που ισχύουν στις περισσότερες χώρες
της ζώνης του ευρώ, είναι μεγαλύτερη. Αποτέλεσμα είναι η ψαλίδα που υπάρχει
μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων (στεγαστικής και καταναλωτικής πίστης) και
ταμιευτηρίου να παραμένει η υψηλότερη στη χώρα μας σε σχέση με τις άλλες χώρες
της ΟΝΕ. Κατά συνέπεια, η Ελλάδα εξακολουθεί να κατέχει το ρεκόρ.


Συγκεκριμένα, η ψαλίδα μεταξύ επιτοκίων καταναλωτικής πίστης και καταθέσεων
ταμιευτηρίου στην ελληνική αγορά διαμορφώνεται σε εννιά μονάδες, έναντι 8,33
μονάδων στη Γερμανία, που ακολουθεί αμέσως μετά και 6,40 της Πορτογαλίας, που
ακολουθεί τρίτη στη σειρά.


Αναφορικά με τη στεγαστική πίστη, η ψαλίδα μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων και
χορηγήσεων στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε 4,90 μονάδες, έναντι 4,89 μονάδων στην
Ιρλανδία και 4,60 μονάδων στην Ιταλία.


Με... ζημιά


Πρέπει να σημειωθεί ότι το άνοιγμα της ψαλίδας ουσιαστικά κτυπά τους
αποταμιευτές, οι οποίοι έχουν αυτή τη στιγμή αρνητική απόδοση έως και -1,45
μονάδες. Δεν είναι τυχαίες άλλωστε οι επισημάνσεις που περιλαμβάνονται στην
ενδιάμεση έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική της Τραπέζης της Ελλάδας, στην
οποία αναφέρεται ότι «η μείωση των επιτοκίων και των καταθέσεων των τίτλων του
Δημοσίου περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα».


Αναφερόμενα στη μεγάλη ψαλίδα μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων και των
επιτοκίων των στεγαστικών - καταναλωτικών δανείων, που υπάρχει στην ελληνική
αγορά, κορυφαία τραπεζικά στελέχη την απέδιδαν:


α) στο υψηλό κόστος απόκτησης χρήματος για τις ελληνικές τράπεζες


β) στο υψηλότερο λειτουργικό κόστος των ελληνικών τραπεζών, το οποίο τείνει να
είναι σε αρκετές περιπτώσεις ανελαστικό


Τα «κακά» δάνεια


Παράλληλα επισημαίνουν ότι ειδικότερα στην καταναλωτική πίστη το ποσοστό των
«κακών» δανείων στις χώρες της ζώνης του ευρώ διαμορφώνεται στο 1% κατά μέσο
όρο ενώ στη χώρα μας κινείται στα επίπεδα του 3% με 3,5%.


Πάντως η πραγματικότητα είναι ότι οι τράπεζες στην ελληνική αγορά εξακολουθούν
να δανείζουν με τα υψηλότερα επιτόκια στην ΟΝΕ, αφού η σύγκλιση σε αυτό το
κομμάτι απέχει ακόμα, από πολύ έως λίγο, αναλόγως την περίπτωση, έχοντας την
ίδια ώρα φροντίσει να συγκλίνουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σε ό,τι αφορά στα
επιτόκια καταθέσεων. Η διαφορά που τις χωρίζει σε αυτό το κομμάτι είναι σε
πολλές περιπτώσεις από μικρή (0,50%) έως ανύπαρκτη (0,00%).


Στο φαινόμενο αυτό μπορούν να δοθούν πολλές εξηγήσεις. Μία ­ ενδεχομένως η
πειστικότερη ­ δόθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος. Σύμφωνα με τους
υπολογισμούς των αρμοδίων υπηρεσιών της, την ώρα που οι αποταμιευτές χάνουν
από κάθε μονάδα μείωσης των επιτοκίων το ποσό των 270 δισεκατομμυρίων δραχμών,
σε ετήσια βάση, οι τράπεζες χάνουν μόλις 130 δισεκατομμύρια δραχμές από τη
μείωση των τόκων των δανείων από κάθε μονάδα μείωσης των επιτοκίων τους. Όπως
προκύπτει από τα παραπάνω, το ισοζύγιο γέρνει σαφώς υπέρ των πιστωτικών
ιδρυμάτων.


Η έρευνα της ΟΤΟΕ


Ποια θα ήταν μία «δίκαιη» κατανομή των βαρών; Την απάντηση έδωσε σε πρόσφατη
έρευνά της η ΟΤΟΕ. Όπως αναφέρεται στο σχετικό κείμενο «η σχέση καταθέσεων
προς χορηγήσεις, στις πέντε μεγαλύτερες τράπεζες, κυμαίνεται από 1,7 έως 2,5
μονάδες. Αυτό σημαίνει ότι για να είναι δίκαιο το σύστημα, θα πρέπει σε κάθε
μείωση του επιτοκίου καταθέσεων κατά μία μονάδα, να έχουμε μείωση του
επιτοκίου χορηγήσεων από 1,7 έως 2,7 μονάδες». Στην πράξη βεβαίως κάτι τέτοιο
δεν έγινε ποτέ.


Αρκεί να σημειωθεί ότι από το 1995 έως και σήμερα, το επιτόκιο ταμιευτηρίου
μειώθηκε κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες. Με βάση τον παραπάνω συσχετισμό, τα
επιτόκια της καταναλωτικής πίστης, για παράδειγμα, θα έπρεπε να μειωθούν κατά
18 μονάδες περίπου. Στην πράξη μειώθηκαν κατά 13 μονάδες. Κάτι αντίστοιχο
ισχύει και σε ό,τι αφορά τα επιτόκια της επιχειρηματικής πίστης, όπου η μείωση
των επιτοκίων έφτασε, στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, στις 12 μονάδες από
τις προβλεπόμενες 18. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Τραπέζης της Ελλάδος, η
«διαφοροποίηση» αυτή ωφέλησε τα εμπορικά πιστωτικά ιδρύματα κατά αρκετές
δεκάδες δισεκατομμυρίων δραχμών.


Η διαφορά στις 5 μονάδες



Από στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προκύπτει ότι η διαφορά μεταξύ
των επιτοκίων καταναλωτικής πίστης και καταθέσεων (προθεσμιακές καταθέσεις 2
ετών) κινείται την περίοδο αυτή στα επίπεδα των 5 ποσοστιαίων μονάδων.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από