Ο Προϋπολογισμός του 2001 συμπυκνώνει στις γραμμές του τη μεγαλειώδη
προσπάθεια του ελληνικού λαού να προχωρήσει όρθιος, με αισιοδοξία και
αυτοπεποίθηση, στους δύσκολους δρόμους του ανηλεούς ανταγωνισμού μιας
παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και κοινωνίας.


Ο Προϋπολογισμός του 2001 ορίζει το τέλος μιας εποχής, ορίζει ταυτόχρονα την
αρχή μιας άλλης.


Αποτελεί τη δικαίωση μιας μακρόχρονης συνεπούς πολιτικής. Το ΠΑΣΟΚ και η
κυβέρνηση δίκαια νιώθουμε ικανοποιημένοι.


Παραλάβαμε μια παραπαίουσα χώρα με αρνητικούς οικονομικούς δείκτες, με
αναξιόπιστη διεθνή παρουσία και δύο αποτυχημένα προγράμματα σύγκλισης.


Δημιουργήσαμε μια ισχυρή Ελλάδα, με εξυγιασμένη οικονομία, θετικούς
οικονομικούς και κοινωνικούς δείκτες, διεθνή αξιοπιστία, ένα πλήρες μέλος στην
Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης.


Ο Προϋπολογισμός 2001


Είναι άξιο ιδιαίτερης μνείας το γεγονός ότι για πρώτη φορά τις τελευταίες
δεκαετίες εξασφαλίζεται πλεόνασμα του προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης,
ύψους 210 δισ. δρχ. (0,5% του ΑΕΠ).


Τα συνολικά έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού για το έτος 2001 προβλέπεται να
αυξηθούν κατά 8,2% και να ανέλθουν σε 12.600 δισ. δρχ.


Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι ο ρυθμός αυτός μεταβολής των εσόδων δεν είναι
αποτέλεσμα αύξησης συντελεστών υφιστάμενων φόρων ή επιβολής νέων, αλλά της
ανάπτυξης της οικονομίας, της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης και της πάταξης
της φοροδιαφυγής, κυρίως μέσω ενίσχυσης των ελεγκτικών μηχανισμών.


Η εξέλιξη αυτή δίνει τη δυνατότητα για σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις,
στις οποίες περιλαμβάνονται:


* Η αύξηση του αφορολογήτου ορίου. Για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους
το αφορολόγητο όριο θα φτάσει τα 2.400.000 δρχ.


* Η κατά 5% τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και η μείωση του ανώτατου
φορολογικού συντελεστή του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων.


* Η μείωση του φορολογικού συντελεστή για τις προσωπικές εταιρείες από 30% σε
25% για τους μικρομεσαίους μετά την κατάργηση αντικειμενικών κριτηρίων.


* Η μείωση των φορολογικών συντελεστών από 40% που ισχύει σήμερα σε 37,5% για
τη χρήση του 2001 και σε 35% για τη χρήση του 2002 για τις μη εισηγμένες στο
Χρηματιστήριο ανώνυμες εταιρείες.


Στο νέο οικονομικό περιβάλλον οι κύριοι στόχοι της οικονομικής πολιτικής
είναι:


Η επίτευξη ετήσιων ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ της τάξεως του 5%.


* Η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής με τη δημιουργία πλεονασμάτων στον
προϋπολογισμό και η περαιτέρω μείωση του δημοσίου χρέους.


* Η υλοποίηση του προγράμματος μετοχοποιήσεων και ιδιωτικοποιήσεων ώστε να
διευκολυνθεί η ταχύτερη προσαρμογή των επιχειρήσεων αυτών στις νέες
ανταγωνιστικές συνθήκες και να αναβαθμιστούν οι προσφερόμενες προς τους
πολίτες υπηρεσίες.


* Η εφαρμογή ενεργητικών πολιτικών για την απασχόληση με στόχο τη βελτίωση της
ανεργίας και την αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού.


* Η δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών και η ενδυνάμωση της κοινωνικής
συνοχής.


Πραγματική όμως σύγκλιση δεν σημαίνει μόνο σύγκλιση των οικονομικών μεγεθών
αλλά και άνοδο του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής των πολιτών στο
μεσοεπίπεδο του Ευρωπαίου πολίτη.


Σήμερα το βιοτικό επίπεδο του μέσου Έλληνα πολίτη έχει φθάσει το 70% του μέσου
όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από 60% που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του '90.
Η ανοδική αυτή πορεία θα συνεχισθεί με στόχο να προσεγγίσουμε το 100% των
εισοδημάτων των προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών.


Η Ελλάδα κατάφερε μέσα σε μια επταετία να μειώσει το έλλειμμά της κατά 10
εκατοστιαίες μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ την ίδια περίοδο η Ε.Ε. μείωσε το
δημοσιονομικό της έλλειμμα κατά 5,1 μονάδες. Η χώρα μας, δηλαδή,
πραγματοποίησε διπλάσια σχεδόν δημοσιονομική προσαρμογή σε σχέση με την Ε.Ε.


Το ύψος του δημοσίου χρέους, ακολουθώντας τη δυναμική της ελληνικής
οικονομίας, θα κινηθεί πτωτικά για 5η συνεχή χρονιά και αναμένεται να σπάσει
το «ψυχολογικό» φράγμα του 100% ως ποσοστό του ΑΕΠ και να διαμορφωθεί στο
98,9%. Στόχος είναι η μείωση του δημοσίου χρέους στο 60% του ΑΕΠ πριν από το
τέλος της δεκαετίας.


Τέλος, ο αναπτυξιακός χαρακτήρας του νέου προϋπολογισμού προκύπτει από το
γεγονός ότι μια σειρά κονδυλίων που διατίθενται άμεσα ή έμμεσα για την
ανάπτυξη παρουσιάζουν σημαντική αύξηση. Ειδικότερα, οι δαπάνες του
προγράμματος δημοσίων επενδύσεων αυξάνονται από 2.520 δισ. δρχ. το 2000 σε
2.780 δισ. δρχ. το 2001, δηλ. κατά ποσό 260 δισ. δρχ., ποσοστό αύξησης 10,3%.


Είμαστε ως οικονομία και χώρα σε σταθερά ανοδική πορεία. Τη συνέχιση αυτής της
πορείας μπορεί και πρέπει να την εγγυηθούμε όλοι, Πολιτεία, φορείς και πάνω
από όλους η κυβέρνηση.


Ο Ανδρέας Δ. Μακρυπίδης είναι βουλευτής ΠΑΣΟΚ Ν. Αιτωλ/νίας, ειδικός
εισηγητής για τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2001.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από