Η τηλεόραση, προκειμένου να κρατήσει παγιδευμένους στη σαγήνη της τους
τηλεθεατές, στηρίζεται, όπως καλά γνωρίζουμε, στην υπερβολή. Πίσω από την
ενημέρωση ελλοχεύει η αμείλικτη σκανδαλοθηρία, πίσω από την ευαισθητοποίηση
του κοινού υφέρπει ο κατακερματισμός της ιδιωτικής σφαίρας, πίσω από την
ψυχαγωγία καιροφυλακτεί η διαστροφική ηδονή.


Είναι μια ανεξάντλητη επινοητική μηχανή. «Ο πιο αδύναμος κρίκος» (The weakest
link), το νέο διάσημο τηλε-παιχνίδι που προβάλλεται στο BBC, αξίζει να μας
απασχολήσει στον βαθμό που φανερώνει «κρυφές» τηλεοπτικές λειτουργίες. Το
παιχνίδι ξεκινά με δέκα παίκτες που απαντούν με τη σειρά τους σε ερωτήσεις
γενικών γνώσεων. Στο τέλος κάθε γύρου όλοι ψηφίζουν για το ποιος θα
εγκαταλείψει το παιχνίδι, ποιος δηλαδή θα είναι ο «αδύναμος κρίκος», έως ότου
στο τέλος μείνει ένας νικητής.


Το σκηνικό πλαίσιο δεν έχει τίποτα το ψυχαγωγικό. Είναι λιτό, σκοτεινό και
σκυθρωπό. Μια αγέλαστη παρουσιάστρια ντυμένη στα κατάμαυρα, με ιδιαίτερα
αυστηρό ύφος, υποδαυλίζει φαντασιώσεις κακιάς δασκάλας ή αμείλικτης
δεσμοφύλακα. Οι παίκτες δεν διασκεδάζουν. Οι παίκτες υποφέρουν. Κάθε λάθος
αντιστοιχεί σε εξευτετελισμό, ειρωνεία και χλεύη. Οι τηλεθεατές παρακολουθούν
εκστατικά και σαν μαγεμένοι την ομάδα να αλληλοσπαράσσεται και την αποπομπή
του κάθε παίκτη κάτω από τα ειρωνικά και προσβλητικά σχόλια της μαυροντυμένης
παρουσιάστριας. «Είσθε για κλάματα, εντελώς αγράμματος», κ.λπ. κ.λπ. Στον νου
μου έρχεται ένα παλιό παιδικό ομαδικό παιχνίδι. Κάθε φορά που κάποιος
αστοχούσε με την μπάλα, έχανε κι ένα βαθμό. Με το πρώτο λάθος γινόταν
«κρυωμένος», με το δεύτερο «αδιάθετος», έπειτα «άρρωστος», «βαριά άρρωστος»,
«ξεψυχάει», «πεθαίνει». Στο τέλος όταν όλοι οι πεθαμένοι αποχωρούσαν, έμενε
ένας μόνον νικητής. Όλοι φρόντιζαν βέβαια να μη χάσουν. Όμως τι κι αν
«πέθαιναν»; Ήταν ένα αθώο παιχνίδι.


«Ο πιο αδύναμος κρίκος» μπορεί να θυμίζει το παιδικό εκείνο παιχνίδι με την
προσθήκη όμως πανούργων και κάθε άλλο παρά αθώων στοιχείων. Ένα πρόσχημα, το
παιχνίδι. Το άτομο εδώ δεν τιμωρείται επειδή έκανε ένα λάθος αλλά επειδή
«είναι ένα λάθος». Η λανθασμένη απάντηση ισοδυναμεί με την απώλεια του
αυτοσεβασμού και της αξιοπρέπειάς του.


Κάθε φορά που ένας χαμένος παίκτης αποχωρεί, υποχρεώνεται να δώσει μια σύντομη
συνέντευξη ερμηνεύοντας τους λόγους της άθλιας μεταχείρισής του. Υποχρεώνεται
να κατασκευάσει ή να προτάξει μια μειονεκτική ταυτότητα. «Ήμουν μαύρος γι'
αυτό με ειρωνεύθηκαν». «Ήμουν φτωχά ντυμένος». «Είμαι άσχημος» κ.λπ. κ.λπ.
κ.λπ.


Η επιβίωση μεταμορφώνεται σε παιχνίδι. Ξένο παιχνίδι. Παιχνίδι του άλλου. Να
είναι αυτό το μυστικό επιτυχίας της εκπομπής; Ακριβό, ακατάπαυστο, μηδέποτε
εξαντλημένο θέαμα, θέαμα που συνεχώς χρειάζεται να είναι εδώ, ως νέο, ως άλλο,
ως κάθε φορά άλλο, για να εκπλήσσει, να διεγείρει, να προκαλεί, να ηδονίζει.
Τι είναι εκείνο που εν τέλει εκστασιάζει τον τηλεθεατή σε ένα τηλεπαιχνίδι,
όπου το απωθητικό μεταμορφώνεται σε ελκυστικό και το αποτρόπαια σε επιθυμητό;
Μήπως οι μυστικές και αλληλοσυμπληρωματικές ταυτίσεις που επιτελούνται;


Ο θεατής ταυτίζεται με την ισχυρή ομάδα που αποπέμπει τον χαμένο παίκτη.
Ταυτίζεται με την τρομοκρατική και σαδιστική συμπεριφορά της παρουσιάστριας.
Ταυτίζεται όμως και με τον δύστυχο ηττημένο του παιχνιδιού που υφίσταται κάθε
λογής ναρκισσιστικά πλήγματα. Κι αντλεί μυστικές και ανομολόγητες ηδονές από
αυτό το πήγαιν' έλα των ταυτίσεων ανάμεσα στο θύμα και τον θύτη, τον δράση και
το θήραμα.


Στα γνωστά ριάλιτι σόου, οι κάθε λογής δυστυχισμένες υπάρξεις αποκτούν
πρόσωπο, υπάρχουν, αφηγούμενοι την πονεμένη ιστορία τους. Εδώ οι «παίκτες» δεν
αφηγούνται τίποτε. Δεν έχουν ιστορία. Απλά μπαίνουν στην υπηρεσία και στις
διαταγές, όχι της μόδας, ούτε της παρουσιάστριας αλλά της τηλεόρασης. Σε αυτήν
προσφέρουν τον εαυτό τους ως αντικείμενο διαπόμπευσης, όχι μέσα από την
ιστορία τους, αλλά μέσα από την παρουσία τους και μόνον.


Το μέτρο της τηλεόρασης είναι εν τέλει η ίδια η τηλεόραση. Θρησκεία της είναι
η αυτο-αναφορικότητα. Φορέας / υποκινητής σημασιών και απολαύσεων που
ξεπερνούν κάθε φορά τα κανονιστικά πλαίσια μιας εικαζόμενης φυσιολογικότητας.
Στην πραγματικότητα η τηλεόραση κατακρημνίζει συνεχώς τα σύνορα του
φυσιολογικού. The sky is the limit. Ή, μάλλον, το όριο δεν είναι ο ουρανός,
αλλά ένα σκοτεινό υπέδαφος. Όριο συνεχώς μετακινούμενο προκειμένου να σε
κρατήσει δέσμιο, μαγεμένο, εκστατικό, μπροστά στην εικόνα.


Το μεγαλύτερο μυστικό της επιτυχίας της ίσως έγκειται στο γεγονός ότι βρίσκει
τρόπους και ανασύρει «ανώδυνα, ανεπαίσθητα και υγιεινά» όλους τους δαίμονες
που φωλιάζουν μέσα μας;


Η Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από