Μήνυση κατά οικογένειας υπέβαλε ζευγάρι από το Ηράκλειο, υποστηρίζοντας ότι
έχει επί δεκαοκτώ χρόνια το παιδί τους, το οποίο θεωρούσαν νεκρό από το 1980.
Το ζευγάρι λέει ότι ανακάλυψε την αλήθεια μεταξύ Αθήνας και Καλαμάτας και η
μήνυση που υπέβαλε, για αρπαγή και εμπορία βρέφους, στρέφεται κατά οκογένειας
στην Αθήνα όσο και κατά παιδιάτρου, που τότε εργαζόταν σε νοσοκομείο της Αθήνας.
|
|
Επί 18 χρόνια ο Ρούσσος και η Μαρία Ιερεμία πίστευαν ότι ο πρωτότοκος γιος
τους ήταν νεκρός. Γι’ αυτό κι όταν ο κ. Ιερεμίας κλήθηκε από το στρατολογικό
γραφείο Ηρακλείου για να διευθετήσει την υπόθεση του μικρότερου γιου του
Κωνσταντίνου, πίστεψε ότι η μοίρα τού έπαιζε άσχημο παιχνίδι. Το πρόωρα χαμένο
αγόρι της οικογένειας εμφανίζεται τόσο στα βιβλία του στρατολογικού γραφείου,
όσο και στο ληξιαρχείο Ηρακλείου ζωντανό.
«Τον Φεβρουάριο του 1996 πήγα στο στρατολογικό γραφείο Ηρακλείου για υπόθεση
του γιου μου Κωνσταντίνου Ιερεμία και εκεί ανακάλυψα ότι έχω άλλο ένα,
αβάπτιστο παιδί με ημερομηνία γέννησης 14-9-1980. Το ίδιο και στο ληξιαρχείο.
Το νεκρό παιδί μας φαίνεται ζωντανό», υποστηρίζει στη μήνυσή του ο πατέρας.
Με μια βαλίτσα στο χέρι, για περισσότερο από ενάμιση χρόνο ταξιδεύουν συνεχώς
από το Ηράκλειο για την Αθήνα και την Καλαμάτα. Ερευνούν τα πάντα και, όπως
λένε, ανακαλύπτουν ότι το παιδί ζει και μεγαλώνει κοντά σε ένα ζευγάρι στην
Αθήνα. Οι προσπάθειές τους να επαληθεύσουν και επιστημονικά ότι το αγόρι που
ζει στη Φιλοθέη είναι δικό τους, πέφτουν στο κενό. Δεν υπάρχει διάθεση
συνεργασίας από την άλλη πλευρά, η οποία φτάνει ακόμη και στο σημείο να
παρουσιάσει άλλο παιδί, «για να κλείσει τα στόματα», όπως αναφέρεται στη μήνυση.
Προχθές το ζευγάρι κατέθεσε μήνυση στον εισαγγελέα Ηρακλείου μέσω του
πληρεξούσιου δικηγόρου του. Η μήνυση στρέφεται εναντίον της οικογένειας που
φέρεται να έχει σήμερα το παιδί, της παιδιάτρου που εμπλέκεται στην υπόθεση
και κατά παντός τρίτου αγνώστου συναυτουργού – συνεργού στους παραπάνω.
ΠΙΣΩ ΣΤΟ 1980
Ήταν πριν από 18 χρόνια. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1980, όταν η κ. Μαρία Ιερεμία
γέννησε στο Ηράκλειο πρόωρα ένα αγοράκι. Το βρέφος, που ήρθε στη ζωή κατά τον
7ο μήνα της κύησης, ζυγίζει μόλις 1 κιλό και 250 γραμμάρια και είναι αναγκαία
η μεταφορά του σε εντατική μονάδα προώρων. Το Ηράκλειο δεν διαθέτει την
περίοδο εκείνη τέτοια μονάδα και το μωρό μεταφέρεται την ίδια μέρα κιόλας σε
νοσοκομεία στην Αθήνα.
Εκεί οι γιατροί λένε στον γεμάτο αγωνία πατέρα ότι οι πρώτες 24 ώρες είναι
κρίσιμες. Ο μικρός αποδεικνύεται, όμως, μαχητής, και οι μέρες κυλούν χωρίς
επιπλοκές. Ο πατέρας, που είναι δημόσιος υπάλληλος, μετά τις διαβεβαιώσεις των
γιατρών ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, επιστρέφει στο Ηράκλειο. Πριν φύγει,
οι γιατροί του επιτρέπουν μόνο μια φορά να δει το παιδί από κοντά. Το ζευγάρι
επικοινωνεί τρεις φορές την ημέρα με το νοσοκομείο. Τα μηνύματα που λαμβάνει
είνα αισιόδοξα. Το παιδί τους δείχνει να κερδίζει τη μάχη. Στις 23 Οκτωβρίου
1980, όμως, η παιδίατρος του νοσοκομείου επικοινωνεί με τον κ. Ιερεμία και τον
καλεί να μεταβεί στην Αθήνα, γιατί η υγεία του μωρού παρουσιάζει επιπλοκές και
πρέπει να του δώσει κάποιο όνομα για να του κάνουν αεροβαπτισμό.
Την ίδια κιόλας ημέρα ο κ. Ιερεμίας μεταβαίνει στην Αθήνα. Μόλις, όμως,
περάσει το κατώφλι του νοσοκομείου οι γιατροί του ανακοινώνουν τον θάνατο του
γιου του. Συντετριμμένος ο πατέρας ρωτάει να μάθει πώς πέθανε, πότε θα το δει,
ζητάει να του δώσουν το σώμα του για να το κηδεύσει. Εκείνοι υποστηρίζουν ότι
δεν γνωρίζουν πότε θα ολοκληρωθεί η νεκροψία. Δεν του επιτρέπουν να το δει.
Έχει γίνει κομμάτια, του απαντούν, «θα υποστείτε σοκ». Τον προτρέπουν με
επιμονή να γυρίσει στην Κρήτη, αφού του υπόσχονται ότι θα φροντίσουν για όλη
τη γραφειοκρατική διαδικασία. «Πράγμα το οποίο δεν έγινε τελικά, αφού ποτέ δεν
μας παρασχέθηκε κανένα έγγραφο για τον θάνατο του παιδιού μας», υποστηρίζει
στη μήνυσή του ο κ. Ιερεμίας. «Είχαμε εμπιστοσύνη στους γιατρούς, παρά το
γεγονός ότι όλα όσα συνέβησαν ήταν παράξενα. Είχαμε πάντα την απορία πώς
πέθανε ξαφνικά, ενώ η υγεία του ήταν καλή και βελτιωνόταν. Γιατί δεν μας
άφησαν να πάρουμε το νεκρό του σώμα, ούτε να το δούμε;».
Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ
Τα πάντα ανατράπηκαν για την οικογένεια, που στο μεταξύ είχε αποκτήσει ένα
ακόμη αγόρι, τον Κωνσταντίνο. Μετά τη συμπτωματική επίσκεψη στο στρατολογικό
γραφείο, η οικογένεια καταθέτει αίτηση στο ειδικό ληξιαρχείο Αθηνών και η
ληξιαρχική πράξη θανάτου που παίρνει για τον πρωτότοκο γιο της αναφέρει
ημερομηνία 21 Οκτωβρίου 1980, στις 10 το πρωί. Δύο ημέρες, δηλαδή, πριν από το
τηλεφώνημα της παιδιάτρου που τους ενημέρωσε ότι το παιδί δεν είναι καλά και
ενώ όλο αυτό το διάστημα οι γιατροί του νοσοκομείου τους έλεγαν ότι η υγεία
του βρέφους βελτιώνεται.
Ζητούν με εισαγγελική εντολή από τους υπευθύνους του νοσοκομείου να τους δοθεί
ο φάκελος του γιου τους. Αρνούνται και ακολουθεί νέα αίτηση. Ο φάκελος τούς
δίδεται και το νοσοκομείο δέχεται ότι δεν ειδοποιήθηκαν για την ημέρα θανάτου.
Στη μήνυση του ζεύγους Ιερεμία υπάρχουν έγγραφα, που παρουσιάζουν διαφορετική
πορεία εξέλιξης της υγείας του παιδιού, το οποίο παρουσιάζεται με μεγαλύτερη
κατά ένα μήνα ηλικία. «Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο φάκελος είναι κατασκευασμένος».
Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Τέλη Αυγούστου του 1996, φιλικό πρόσωπο του
ζευγαριού, που εργάζεται στο νοσοκομείο, έρχεται σε επαφή με άτομο το οποίο
εργαζόταν το 1980 στο ίδιο νοσοκομείο. Απ’ αυτό μαθαίνουν όπως λένε ότι το
παιδί ζει και το έχει πάρει οικογένεια που ζει στην Καλαμάτα.
Τον Σεπτέμβριο του 1996 το φιλικό πρόσωπο του ζευγαριού επικοινωνεί με την
οικογένεια στην Καλαμάτα, προσποιούμενο ότι εργάζεται σε διαφημιστική εταιρεία
που μοιράζει δώρα σε νέους ηλικίας 14-18 ετών. Αρχικά, η γιαγιά της
οικογένειας που σηκώνει το τηλέφωνο αρνείται την ύπαρξη του παιδιού και
υποστηρίζει ότι έχει δύο άλλα εγγόνια. Έπειτα από αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα,
παραδέχεται ότι έχει έναν ακόμη 18χρονο εγγονό. Τέλη Νοεμβρίου της ίδιας
χρονιάς, ο κ. Ρούσσος Ιερεμίας επικοινωνεί με τη γιαγιά, στην οποία αναφέρει
ότι ο εγγονός της είναι δικό του παιδί. Εκείνη του κλείνει το τηλέφωνο και
έκτοτε αρνείται να του ξαναμιλήσει.
Στις 3 Ιανουαρίου 1997, το ζευγάρι ταξιδεύει στην Καλαμάτα. Μεταβαίνει στην
αστυνομική διεύθυνση και από κει στον εισαγγελέα, ο οποίος εκδίδει εντολή και
καλεί την οικογένεια η οποία έλειπε στο εξωτερικό.
Η οικογένεια επικοινωνεί τηλεφωνικά με τον κ. Ιερεμία στις 5 Ιανουαρίου.
«Προσπάθησαν να με ψαρέψουν για την πηγή των πληροφοριών μου. Επανέλαβα ότι
δεν έχω σκοπό να πάρω το παιδί, επιθυμώ να μάθει την αλήθεια, να έρθει σε
επαφή μαζί μας. Τους ζήτησα να προβούμε σε εξέταση DNA για να εξακριβωθεί η
πατρότητα του παιδιού. Ισχυρίστηκαν ότι το παιδί γεννήθηκε τον Μάρτιο του
1980», αναφέρει στη μήνυσή του ο κ. Ιρεμίας.
Στο σημείο αυτό κάνουν την εμφάνισή τους οι δικηγόροι. Σύμφωνα με τον κ.
Ιερεμία, τους απείλησαν με μήνυση, ενώ στη συνέχεια απέφυγαν 3 φορές να
συναντηθούν μαζί τους για να τους παρουσιάσουν στοιχεία που αποδείκνυαν ότι
είναι παιδί τους. Το ζευγάρι καταφέρνει να συλλέξει στοιχεία για το αγόρι.
Μαθαίνουν πού φοιτά και ότι την άνοιξη βρισκόταν στο Ηράκλειο συμμετέχοντας σε
εκδρομή του σχολείου του. Ρούσσος και Μαρία Ιρεμία έχουν στα χέρια τους μια
φωτογραφία του παιδιού, το οποίο παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με τη μητέρα
του.
Επιχειρούν να τον συναντήσουν στο σχολείο του, αυτός όμως δεν εμφανίζεται.
Ακολουθεί συνάντηση παρουσία δικηγόρων του ζευγαριού με την οικογένεια από την
Καλαμάτα που, σύμφωνα με τους μηνυτές, είναι προκλητική και επιθετική και
επικαλείται το κακό που θα κάνει η ιστορία αυτή στο παιδί. Η οικογένεια
συμφωνεί εν τέλει στη διενέργεια εξέτασης DNA στο εξωτερικό. Τον Μάιο του 1997
τους αποστέλλει το αποτέλεσμα της εξέτασης που έκανε σε ιδιωτικό κέντρο και
σύμφωνα με το οποίο το παιδί είναι δικό της.
Το σίριαλ με τις εξετάσεις DNA συνεχίζεται και κορυφώνεται στις 11 Σεπτεμβρίου
1997, όταν σε νέα απόπειρα για να διερευνηθεί η πατρότητα εμφανίζουν άλλο
παιδί. Η διαδικασία ματαιώνεται και η οικογένεια προτείνει να γίνει την
επομένη σε άλλο εργαστήριο, με την προϋπόθεση ότι θα δέχονταν ότι το άτομο που
θα τους έφερναν είναι το «σωστό». Μετά απ’ αυτό, ο Ρούσσος και η Μαρία Ιερεμία
αποφάσισαν να μην προχωρήσουν χωρίς την πλήρη διασφάλιση της ταυτότητας του
παιδιού από την ελληνική Δικαιοσύνη.
Η ΣΤΕΡΗΣΗ
Στη μήνυση το ζευγάρι Ιερεμία επισημαίνει ότι από όλα αυτά τα στοιχεία
αποδεικνύεται ότι έχει αποστερηθεί ό,τι πολυτιμότερο μπορεί ν’ αποκτήσει
κάποιος στη ζωή του, το παιδί του, λόγω επαγγελματικής συμπεριφοράς των
προσώπων εναντίον των οποίων καταφέρεται. Στρέφονται εναντίον και τρίτων
ατόμων που συνήργησαν προκειμένου να τους αφαιρεθεί το παιδί.
Τα άτομα αυτά, σύμφωνα με το ζευγάρι, τους αφαίρεσαν το αβάπτιστο βρέφος τους
με οικονομικά, πιθανώς, οφέλη για την παιδίατρο, ενώ εξακολούθησαν με
απατηλούς τρόπους και μέσα να τους αποκρύπτουν το παιδί και να τους εξαπατούν
φέρνοντας για έλεγχο DNA άλλο πρόσωπο.
Οι ενέργειες αυτές, όπως αναφέρεται στη μήνυση, συνιστούν αντικειμενική και
υποκειμενική υπόσταση των πράξεων της αρπαγής ανηλίκου, της εμπορίας βρέφους,
της εκδόσεως ψευδών ιατρικών βεβαιώσεων και της απάτης.
Ο Ρούσσος και η Μαρία Ιερεμία ζητούν την ποινική δίωξη της οικογένειας από την
Καλαμάτα και της παιδιάτρου, λόγω της τεράστιας και ανεπανόρθωτης ηθικής
βλάβης που έχει προκληθεί τόσο στους ίδιους όσο και στο παιδί τους, καθώς
επίσης και της στέρησης της ιερής υποχρέωσης να γνωρίζει ο γιος τούς
πραγματικούς του γονείς.
«ΤΑ ΝΕΑ» αναζήτησαν την οικογένεια που έχει μηνυθεί, αλλά δεν στάθηκε δυνατόν
να επικοινωνήσουν μαζί της. Συγγενείς της οικογένειας, ωστόσο, τόνισαν στα
«ΝΕΑ»: «Αυτή η ιστορία μάς ταλαιπωρεί εδώ και ένα χρόνο. Δεν ξέρουμε ποιος
ξεκίνησε αυτή την ιστορία. Παρουσιάζουν χαλκευμένα στοιχεία και επιμένουν ότι
το παιδί είναι δικό τους. Ενώ υποστηρίζουν ότι το παιδί τους είχε γεννηθεί το
φθινόπωρο του 1980, το δικό μας παιδί γεννήθηκε τον Μάρτιο. Εκτός αυτού, εμείς
κάναμε αναλύσεις, οι οποίες έδειξαν ότι το παιδί είναι δικό μας. Γι’ αυτό και
εμείς υποβάλαμε με τη σειρά μας μήνυση σε όλους όσους ξεκίνησαν αυτή την
απίστευτη ιστορία».








