Εάν κάποιος μπλέκεται με την πολιτική, αυτό σημαίνει ότι οφείλει να είναι λογικός και χρήσιμος στο έθνος – αλλά, δεν αποκλείεται και η μικρή πιθανότητα να ανήκει ή να διολισθήσει ανεπαισθήτως στην κατηγορία ψεκ. Και ψεκ είναι ο καθείς που πολιτεύεται μεν, αλλά αρχίζει να ίπταται εκτός ρεαλισμού, αληθών συσχετισμών ισχύος, αντίληψης των ορίων, περιθωρίων δράσης και κατάλληλου τάιμινγκ. Ψεκ είναι ο εκτός δεδομένων, εκτός προφανών και εδραίων δυνάμεων εντός των οποίων μπορεί να κινηθεί – ας πούμε, αν γίνει ελληνοτουρκική σύγκρουση και κάποιος πιστεύει ότι μπορούν να μας βοηθήσουν οι Παλαιστίνιοι, η Χαμάς και όχι οι Ισραηλινοί, ή είναι τυφλός, ή, είναι, προφανώς, ένας ψεκ.

Οπως οι προηγούμενοι που έτρεχαν να τους τυπώσει δραχμές ο Πούτιν, έψαχναν για ενέργεια στη Βενεζουέλα, στο Ιράν και στην Κίνα και θα έκαναν ντου στο νομισματοκοπείο, για να γίνουμε όλοι πλούσιοι. Ηταν τόσο παχύνοες; Μήπως ήταν απλώς ψεκ – ή, τουλάχιστον οι ενέργειές τους; Και τι θα πει αυτό; Θα πει, πως κατακυριευμένοι από την ψύχωση παρελθόντος ιδεολογήματος κι όντας εκτός τόπου και χρόνου, έκαναν ερμηνείες με ξεπερασμένα εργαλεία κι έβλεπαν τον κόσμο με τα μάτια ενός ανθρώπου του 1920-30.

Αρα δεν καταλάβαιναν γρυ από τη σύγχρονη πραγματικότητα, που τους ήρθε, βέβαια, αμέσως μετά, ως σιδερένια κατραπακιά, κατακέφαλα, και τους συνέφερε· για λίγο, δυστυχώς (έτσι τη γλιτώσαμε κι εμείς, στο παρά τρίχα). Για λίγο, όχι για πάντα, διότι η ιδεολογική ψύχωση είναι σαν το χούι, βγαίνει πρώτα η ψυχή και μετά αυτή (γι’ αυτό και αρκετοί του χώρου, όταν έρθει η ώρα, προτιμούν τη Ριτσώνα – όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά ίσως γιατί πιστεύουνε πως έτσι κάνουνε αντίσταση και μετά θάνατον).

Καμία αίσθηση ορίου: ο Επαναφορτιζόμενος για παράδειγμα, και κατά δήλωσή του, έγινε κομμουνιστής την ημέρα που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Τότε πείστηκε ότι ο Στάλιν είχε δίκιο. Αν εκείνη τη μέρα κατέρρεε ο καπιταλισμός, τότε μπορεί να γινόταν δεξιός – κανείς δεν ξέρει. Μεγάλη πολιτική ευθυκρισία… Ναι, αυτό θα πει εκτίμηση των συσχετισμών και γνώση της πραγματικότητας – ε, θα ρωτήσεις έπειτα, πώς να μην πάει μετά στον Ρώσο να του βγάλει δίφραγκα, να μη στέλνει τον ξάδερφο στους αγιατολάχ να εξασφαλίσει ενέργεια, και τον άλλονε, τον Παππά, στον Μαδούρο να φέρει κάνα κιλό καυσόξυλα; (Πετρέλαιο, δύσκολα).

Εδώ να θυμίσουμε τις μεγαλύτερες διαστάσεις του θέματος, δηλαδή ότι έχουμε τη σπάνια τύχη να ζούμε μεταξύ Γιωτόπουλου και αθώου Ακύλα, μεταξύ Επαναφορτιζόμενου, Πολάκη και Καρυστιανού, με κυρίαρχη την ιδέα ότι πάντα φταίνε οι άλλοι και ψάχνουμε για διασώστη. Κι ο αρχηγός της 17Ν, επειδή πουλούσε τροτσκισμό απ’ τα Lidl, πίστευε πως ψεκ είναι οι άλλοι και σίγουρα συνεχίζει να το πιστεύει. Ή, ίσως, πίστευε στη θεωρία ότι αφού ο μπαμπάς είναι αρχιτέκτονας άρα πρέπει να γίνει κι ο γιος κι ο εγγονός. Που σημαίνει ότι επειδή ο πατέρας του ήτανε, κάποτε, τρότσκα, άρα έπρεπε και ο ίδιος να συνεχίσει την αριστερή παράδοση, θαρρείς και η ιδεολογία είναι είδος κληρονομημένου αγρού με ακτινίδια (τα γνωστά περί αριστερής ή δεξιάς οικογένειας που παράγει ανάλογους απογόνους, λες και βγαίνουνε ολόιδιοι από κάποια βιοτεχνία).

Δηλαδή εμένα που ο πατέρας μου ήτανε κομμουνιστής και η μάνα μου βασιλόφρων, έπρεπε να βγω κάτι κάπου στη μέση, ας πούμε κεντρώος, και να ψηφίζω, πλέον, ως ψεκ, Βασίλη Λεβέντη; Ποια είναι η εξίσωση; Κάτι τέτοια ακούς από μερικούς και σου φεύγουνε τα παπούτσια. Και το θέμα διαρκώς επανέρχεται μεταλλασσόμενο: τώρα, προχθές, ήταν φανερές οι εκνεφώσεις ψεκ στης Καρυστιανού (άλλη μια που ντιλάρει ελπίδες-τσεβρέδες της λαϊκής) η οποία έβγαλε ένα λόγο που ήταν η αποθέωση της κοινοτοπίας και ο ορισμός του πολιτικού κλισέ – βέβαια, παρά τη βαρετή κατάσταση, έπεφτε χειροκρότημα προκάτ πάθους, διότι έπρεπε να παραχθεί και κλίμα ενθουσιασμού, όπως λέει ο Ντοστογιέφκσι, ο Τολστόι και μερικοί ψεκ Ρωσοπόντιοι.

Το γεγονός, δηλαδή, είναι πως κυκλοφορεί μπόλικο και ποικίλο σαλτάρισμα που θέλει να εκτονώσει, ή, να εκδικηθεί μέσω της πολιτικής. Ψάχνει προσωπική δικαίωση μέσω του πολιτεύεσθαι όπου δεν υπάρχουν εξετάσεις και ΑΣΕΠ και ο πάσα εις μπορεί να εισέλθει και να αναζητήσει την παρηγοριά του αφορολόγητα, υποδυόμενος τον κοσμοδιορθωτή, αντί ενδεχομένως να πάει στον γιατρό και να πληρώνει ένα κάρο λεφτά. Οι περισσότεροι προφανώς και δεν καταλαβαίνουνε γρι από πολιτική, αλλά ωστόσο επιμένουν να μας σώσουν, θωπεύοντας κατά βάθος τον ναρκισσισμό και την αυτοϊδέα μεγαλείου που έφτιαξαν προς ίδιαν χρήση. Μακροπρόθεσμα οι πιο πολλοί καταλήγουν στην κατάθλιψη, διότι – είπαμε – τελικά, υπάρχει και η πραγματικότητα, που είναι άτεγκτη.

Το κλισέ τους, πάντα, είναι η σωτηρία ημών των άλλων – οι ενδιαφερόμενοι θέλουν να γίνουν νοσοκόμες ορόφου και μαμα-Τερέζες. Και παντού βλέπουνε  διεφθαρμένους και κλέφτες, ενώ αυτοί είναι οι πάλλευκοι νοσηλευτές με τη ρομφαία (ή, την πάπια) – άρα, ιδού, η πιο κοινή ασθένεια εν Ελλάδι και όχι μόνον: το ψεκ και το υποστέλεχος αυτού, ρωσοψέκ. Κατάλληλο εμβόλιο ακόμα, δεν υπάρχει.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail