Αν ο Αλέξης Τσίπρας θελήσει να χαλαρώσει απόψε βλέποντας μια ταινία, πριν από την πρεμιέρα του αύριο στο Θησείο, θα είχα να του προτείνω μία. Το «Cinderella man» (ο τίτλος έμεινε αμετάφραστος στα ελληνικά). Οπου ο Ράσελ Κρόου υποδύεται έναν πυγμάχο που αποσύρεται από τα ρινγκ, ξεφορτώνει σάκους στο λιμάνι για να ταΐσει τα παιδιά του στα χρόνια της Μεγάλης Υφεσης, ταπεινώνεται, αλλά επιστρέφει, κερδίζει τον έναν αντίπαλο μετά τον άλλον, ώσπου στο τέλος ρίχνει νοκάουτ τον υπερφίαλο πρωταθλητή και γίνεται λαϊκό ίνδαλμα.

Είναι ένα ωραίο παραμύθι (βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, επιπλέον) με ριμπράντινγκ, επιστροφή, εκδίκηση και θρίαμβο. Μόνο που η ζωή και (ακόμη περισσότερο) η πολιτική είναι πιο περίπλοκη από το σινεμά. Οι δικοί του ελπίζουν ότι, με όπλο το επικοινωνιακό του χάρισμα, ο Αλέξης θα επιστρέψει και θα καλύψει, επί τη εμφανίσει, ένα κενό στην αντιπολίτευση, θα κερδίσει πρώτα τον προκριματικό αγώνα με τον Ανδρουλάκη για τη δεύτερη θέση κι έπειτα, στον τελικό, θα βγάλει νοκάουτ τον Μητσοτάκη. Το χάρισμα, το «πρόσωπο», είναι βέβαια αναγκαία συνθήκη για την επιτυχία ενός πολιτικού εγχειρήματος. Αναγκαία αλλά όχι ικανή.

Ο Ανδρέας, για παράδειγμα, ήταν προφανώς χαρισματικός. Αλλά το χάρισμά του θα έμενε αναξιοποίητο αν, το 1981, δεν το έβαζε να υπηρετήσει ένα σύνθημα – «Αλλαγή» – που στο συλλογικό φαντασιακό σήμαινε το οριστικό τέλος της μετεμφυλιακής ανωμαλίας, την απελευθέρωση από τα πραγματικά και συμβολικά δεσμά του Εμφυλίου. Ο Σημίτης, αντίθετα, ήταν υποδειγματικά μη χαρισματικός. Εξασφάλισε, όμως, μια μακρά πολιτική ηγεμονία υπηρετώντας εμμονικά το αίτημα του «εκσυγχρονισμού», που για τους περισσότερους ήταν μια υπόσχεση πως η Ελλάδα θα καλύψει την απόσταση που τη χώριζε (και εξακολουθεί να τη χωρίζει) από μια πραγματική ή φαντασιακή ευρωπαϊκή «κανονικότητα».

Και του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα, άλλωστε, το χάρισμα λειτούργησε αποτελεσματικά, όταν υπηρέτησε ένα σύνθημα πλειοψηφικής αποδοχής. Στον αντιμνημονιακό πολιτικό του λόγο συναντήθηκαν και βρήκαν έκφραση διαφορετικά και διαφορετικής ποιότητας κοινωνικά αιτήματα – ένα ουτοπικό αίτημα επιστροφής στο νεκρό κοινωνικό συμβόλαιο της Μεταπολίτευσης ανάκατα με τον ριζοσπαστισμό της αγανάκτησης και με πιο ρεαλιστικές αξιώσεις δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας στην αντιμετώπιση της χρεοκοπίας και των συνεπειών της. Μα ακόμη κι έτσι, καλό είναι να θυμόμαστε ότι ο Τσίπρας κέρδισε τον Ιανουάριο του 2015 σ’ ένα εκλογικό σώμα που ήταν κατά ένα εκατομμύριο πολίτες μικρότερο από εκείνο των τελευταίων εκλογών πριν από την κρίση, το 2007. Και ήταν σχεδόν δύο εκατομμύρια μικρότερο, όταν ξανακέρδισε τον Σεπτέμβριο του 2015. Το ρεύμα άφησε πολλούς που δεν έβρεξαν τα πόδια τους. Κι έπειτα, το χάρισμα αποδείχθηκε ανεπαρκές όταν, ήδη πριν από το 2019 κι ακόμη περισσότερο ύστερα από αυτό, δεν είχε τίποτε να πει. Δεν τον βοήθησε να αποφύγει πέντε αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες.

Ο περφόρμερ χρειάζεται κείμενο. Ο σκηνοθέτης σενάριο. Κι αν υπάρχει σήμερα ένα κενό στην αντιπολίτευση, αυτό δεν είναι τόσο κενό χαρίσματος στην ερμηνεία, όσο κενό στο κείμενο. Περισσότερο από το πρόσωπο που μπορεί να εμπνεύσει, λείπει η λέξη που μπορεί να κινητοποιήσει. Η πολιτική πρόταση γύρω από την οποία μπορεί να συντεθεί μια κοινωνική συμμαχία. Δεν θα είναι εύκολο. Ούτε για τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος έχει μια επιπρόσθετη δυσκολία να ξεπεράσει, να γεφυρώσει τα πολιτικά, πολιτισμικά και συναισθηματικά χάσματα που τον χωρίζουν ακόμη από ένα μεγάλο μέρος εκείνων στους οποίους πρέπει να απευθυνθεί, μα ούτε για κανέναν άλλον.

Καθώς μπαίνουμε ξανά σε μια εποχή Μεγάλου Φόβου, το κοινωνικό εκκρεμές τείνει να κινείται «δεξιά», προς την εθνική αναδίπλωση, τις ασφαλείς ταυτότητες, την προστασία με κάθε τίμημα και τη δυσανεξία προς το νέο και το αλλότριο. Και αυτό το περιβάλλον πουθενά στον κόσμο δεν είναι ευνοϊκό για οποιαδήποτε εκδοχή προοδευτικού λόγου. Τον φόβο τον θερίζει ευκολότερα η ριζοσπαστική Δεξιά που υπόσχεται μια εύκολη συνταγή τιμωρίας των «κακών» και σωτηρίας των «καλών».

Στην ελληνική περίπτωση, πιο συγκεκριμένα, όπου συνωστίζονται επίδοξοι «νικητές του Μητσοτάκη», πολλαπλασιάζονται οι διεκδικητές της ψήφου και η ατμόσφαιρα θυμίζει όλο και περισσότερο Μάιο του 2012, τον γενικό θρυμματισμό του πολιτικού συστήματος, ο κίνδυνος για την Κεντροαριστερά, όπως και να την ορίσει κανείς, είναι να συμβάλει στη Μεγάλη Αποσυναρμολόγηση για να δει την αναδιάταξη να συντελείται σε ένα έδαφος δεξιότερα από το σημερινό, μακρύτερα από την ίδια.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail